Τα δύο σκυλιά του για τον Γιάννη ήταν υπερπολύτιμα. Δεν μιλάμε για την ασφάλεια που ένιωθε τα βράδια, εκεί στην εξορία του Αδάμ που βρισκόταν το σπίτι, στο οποίο είχε αποσυρθεί όταν, στα 50 της, πέθανε η γυναίκα του. Κυρίως ήταν ότι τα ‘χε μαζέψει ο ίδιος απ’ τον δρόμο και τα λάτρευε. Κι εκείνα, λες από ευγνωμοσύνη, τον κοίταζαν στα μάτια, ανταποδίδοντας με τον τρόπο τους την αγάπη του.
Ο Πίπης ήταν ο τοσοδούλης -τον είχε σώσει στο τσακ από βέβαιο θάνατο. Ηθελε, βλέπετε, κι αυτός να ζευγαρώσει με μια αδεσποτούλα που ήταν στις μέρες της, αλλά τον έβαλαν κάτω άλλοι τρεις μνηστήρες και τον περιποιήθηκαν καλά. Του έμεινε κουσούρι ένα ελαφρό κούτσεμα και δύο ουλές στο μουσούδι, που όμως δεν χάλασαν την πανέξυπνη φάτσα του. Η άλλη, η Μάρω, ήταν μια γεροδεμένη τσοπάνισσα, που τη στείρωσε μόλις την έμπασε στον κήπο του, για να μην την τραβολογάνε οι αγαπητικοί όποτε της ερχόταν ο οίστρος.
Τα καλοκαίρια κοιμόντουσαν και τα δύο στην αυλή. Αλλά τον χειμώνα τα ‘βαζε μέσα. «Μην ακούτε που λένε πως δεν κρυώνουν οι σκύλοι. Μωρέ κρυώνουν και πολύ, ειδικά στους χιονιάδες», έλεγε. Τα ‘χε αφήσει έξω μια κρύα νύχτα και το πρωί τα βρήκε μουσκεμένα, να τρέμουν και να χτυπάνε τα δόντια τους. Επιαναν, λοιπόν, από ένα χαλάκι και τον έπαιρναν μια χαρά.
Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς, ο Γιάννης πήγε σ’ ένα σπίτι φίλων για χαρτιά. Δεν έπαιζε συχνά, περισσότερο για πλάκα πήγε, να δει τους φίλους του, να γελάσουνε.
Υπολόγιζε ότι θα γυρίσει γύρω στις 2, αλλά το «τραπέζι» αγρίεψε. Βρέθηκε να κερδίζει πάρα πολλά, αν και το ‘χαν ξεκινήσει με ψιλά. Στις 3, κέρδιζε όσα τρεις συντάξεις του μαζί. Και να ‘θελε, δεν μπορούσε να φύγει, θα ήταν γελοίο. Τελικά, το διέλυσαν στις 7 το πρωί. Εφυγε κερδισμένος κατά 8 συντάξεις του -έτσι τα μέτραγε.
Οταν έφτασε στο σπίτι, οι σκύλοι δεν τον υποδέχτηκαν. «Περίεργο», σκέφτηκε. Μπήκε στον κήπο και τότε είδε την πόρτα του σπιτιού μισάνοιχτη. Ανατρίχιασε. Μπήκε σιγά σιγά μέσα και έμεινε αποσβολωμένος: Κάποιοι είχαν μπει και του ‘χαν κάνει το σπίτι άνω – κάτω. Βγήκε έξω και έψαξε για τα σκυλιά. Ο Πίπης είχε ανεβεί στην ταράτσα και, φοβισμένος, δεν κατέβαινε. Τη Μάρω τη βρήκε κουλουριασμένη πίσω από κάτι θάμνους, στο βάθος του κήπου. Δεν σηκώθηκε, μόνο την ουρά της κούνησε λίγο. Είχε δύο πληγές, μία στο κεφάλι και μία στη ράχη. Και αίματα σ’ όλο της το σώμα.
Τα πήρε, ένα ένα, και τα ‘βαλε στο σπίτι. Αφησε τον Πίπη στο χαλάκι του και ασχολήθηκε με τη Μάρω και τις πληγές της.
«Πώς δεν σας σκότωσαν, μωρά μου», μονολογούσε ο Γιάννης. «Αυτοί είναι εγκληματίες, εσάς θα λυπόντουσαν; Κι εσύ, μωρέ Μάρω, πήγες να τα βάλεις μαζί τους;».
Ούτε που πήγε στο σπίτι μέσα να δει τι του ‘χαν κλέψει. Αλλωστε, τι να ‘παιρναν; Βιβλία; Το πολύ πολύ να πήραν καμιά τηλεόραση ή και το λάπτοπ. Αντε και κανα ρούχο. «Αφού ζουν τα σκυλιά μου, μικρό το κακό. Αλλωστε, ήθελα και μια καινούργια τηλεόραση. Και κέρδισα και πολλά στα χαρτιά!», μονολόγησε.
Αφού έβαλε betadine στις πληγές της Μάρως και την τύλιξε με γάζες, την έδεσε στο λουρί, έδεσε και τον Πίπη και βγήκαν και οι τρεις τους για την τακτική πρωινή βόλτα. Η ζωή συνεχίστηκε -και η ρέντα επίσης.
