Γράφοντάς σας, το περασμένο Σάββατο, για την κακή συνήθεια των σύγχρονων Ελλήνων κυνηγών να βάζουν τους σκύλους-βοηθούς τους σ’ ένα άθλιο κουτί πίσω απ’ τα αυτοκίνητά τους, θυμήθηκα το πώς -και τι- κυνηγούσαν οι μακρινοί πρόγονοί μας. Και φυσικά έκανα τη σύγκριση. Μια σύγκριση που δεν τιμάει καθόλου τους τωρινούς κυνηγούς. Κι αποφάσισα να σας γράψω για το κυνήγι την εποχή του Ομήρου, τότε που αποτελούσε μια ευγενή και αριστοκρατική δραστηριότητα, όπου η τεχνική αλλά, κυρίως, η ανδρεία ήταν τα απαραίτητα προσόντα για την άσκησή της.
Και πρώτα πρώτα, τι κυνηγούσαν; Λιοντάρια, πάνθηρες, λύκους και αγριόχοιρους, χωρίς να περιφρονούν τους λαγούς, τα αγριοκάτσικα και τα ελάφια. Κι αν απορείτε, θα πρέπει να πούμε ότι λιοντάρια μάλλον υπήρχαν, όπως και πάνθηρες, αλλά μόνο στη βόρεια ηπειρωτική Ελλάδα. Ενώ, λοιπόν, τον λύκο σπάνια τον πετύχαιναν, διότι το ζώο αυτό φοβάται και γρήγορα απομακρύνεται, οπότε δεν μπορούσαν να το κυνηγήσουν, τα άλλα τρία άγρια θηρία τα ξετρύπωναν, τα στρίμωχναν και τα αντιμετώπιζαν πρόσωπο με πρόσωπο, με δόρυ και ξίφος.
Το κυνήγι του πάνθηρα ήταν το πιο επικίνδυνο. Διότι ο πάνθηρας δεν φεύγει ακούγοντας τα γαβγίσματα των σκυλιών: Βγαίνει απ’ το δάσος και δεν υποχωρεί μπροστά στον κυνηγό. Κι αν χτυπηθεί από το δόρυ, επιτίθεται και μάχεται μέχρι τέλους. Πρέπει να ‘χει μεγάλη καρδιά ο κυνηγός για να χτυπηθεί με έναν πληγωμένο και εξαγριωμένο πάνθηρα.
Το λιοντάρι κυνηγιέται με παγάνα: Πολλοί μαζί κυνηγοί το περικυκλώνουν κι ένας το χτυπάει με το ακόντιο. Το πληγωμένο θηρίο κοντοστέκεται λίγο κι ύστερα ορμάει στους διώκτες του. Τότε ο πιο ανδρείος και πιο επιδέξιος κυνηγός πλησιάζει να δώσει το θανατηφόρο χτύπημα.
Αλλά κι ο μεγάλος αγριόχοιρος θέλει ανδρεία και τέχνη για να καταβληθεί. Ενα τέτοιο θηρίο αντιμετώπισε ο Οδυσσέας στις πλαγιές του Παρνασσού, όταν επισκέφτηκε τον παππού του, Αυτόλυκο. Ξαφνικά πετάγεται μπροστά του ο μοναχικός αγριόχοιρος, με ορθωμένες τις τρίχες του και με άγρια λάμψη στα μάτια. Ο Οδυσσέας με ένα άλμα πλησιάζει το θηρίο, σηκώνοντας το δόρυ του. Το θηρίο, πριν το δόρυ καρφωθεί στο μαλακό τμήμα της ωμοπλάτης του, προλαβαίνει και του ξεσκίζει τον μηρό – σημάδι που θα μείνει από τότε για πάντα, και απ’ το οποίο θα τον αναγνωρίσει η γριά υπηρέτρια, η Ευρύκλεια, όταν ο ήρωας του Τρωικού Πολέμου γυρίσει στην Ιθάκη, ύστερα από 20 χρόνια απουσίας.
Λιοντάρια, λοιπόν, και πάνθηρες και αγριόχοιροι. Μ’ ένα ακόντιο κι ένα ξίφος. Κι όχι τσίχλες και μπεκάτσες, με θηριώδη τζιπ, σύγχρονα τουφέκια, πανάκριβες στολές και GPS. Τι να λέμε τώρα…
* Το Αλλοπαράκι μου έχει δίκιο να ειρωνεύεται τους κυνηγούς του καιρού μας. Ειδικά μετά τα όσα διάβασε στο θαυμάσιο βιβλίο του Εμίλ Μιρό «Η καθημερινή ζωή στην εποχή του Ομήρου» (εκδόσεις Ωκεανίδα, 1971 και Παπαδήμα, 1987). Το οποίο αξίζει να το διαβάσετε, αν το βρείτε, έπειτα από τόσα χρόνια.
