Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το φετινό Πάσχα, κυρίες και κύριοι, θα μπορούσε να ήταν ένα Πάσχα όπως όλα τ’ άλλα. Αλλά δεν ήταν. Αντίθετα, ήταν το πιο περίεργο Πάσχα της ζωής μου, ένα σωστό παραμύθι. Ολα ξεκίνησαν το προηγούμενο βράδυ…

Κάθε βράδυ Ανάστασης -το ‘χω συνηθίσει πια- η περιοχή μας γίνεται Συρία: Τα αρσενικά του Μαραθώνα βάζουν τα δυνατά τους, ώστε με κροτίδες, δυναμίτες και ό,τι βάζει ο νους σου να μου σπάσουν τα νεύρα.

Τη φορά αυτή, όμως, το παράκαναν: Εριξαν τη «μητέρα όλων των κροτίδων» -ούτε στο Αφγανιστάν να ‘μασταν- και πέτυχαν τον σκοπό τους.

Κροτοφοβική καθώς είμαι -και μάλιστα, ακραία περίπτωση- τρελάθηκα εντελώς.

Αρχισα να ουρλιάζω, να τρέχω πάνω-κάτω μπροστά στον έκπληκτο Ταρζάν, που ποτέ δεν με είχε ξαναδεί έτσι, και τελικά βρήκα μια τρύπα στην περίφραξη του πίσω κήπου μας και βγήκα έξω!

Καθώς ο πόλεμος συνεχιζόταν, άρχισα να τρέχω σαν τρελή νυχτιάτικα.

Οταν σταμάτησα, αποκαμωμένη, άρχισε να χαράζει. Βρήκα ένα οικόπεδο άχτιστο, γεμάτο δέντρα και καλαμιές και ξάπλωσα.

Γρήγορα αποκοιμήθηκα. Οχι για πολύ. Με ξύπνησαν γαβγίσματα.

Τινάχτηκα και είδα να περνάνε 6-7 σκύλοι, όλοι γνωστοί μου -τα αδεσποτάκια της περιοχής.

Μια και δυο, πήγα κοντά τους, αλληλομυριστήκαμε και αρχίσαμε να τρέχουμε όλοι μαζί. Είχε ξημερώσει για τα καλά πια.

Γρήγορα φτάσαμε έξω από έναν κήπο, απ’ όπου ερχόταν μια θεσπέσια μυρουδιά ψημένου κρέατος.

«Αράζουμε και περιμένουμε», είπε ο «μαύρος Φειδιππίδης».

Αράξαμε και περιμέναμε, μέχρι που ο «μαύρος -με λίγο άσπρο- Φειδιππίδης» (ο αδελφός του σκέτου «μαύρου Φειδιππίδη») σήκωσε ψηλά τη μουσούδα, μυρίζοντας τον αέρα: «Ψήνουν και στον παρακάτω δρόμο. Πάω να δω», είπε και έφυγε, ακολουθούμενος απ’ τον Ναρσή, τον άσπρο σκύλο.

Εμάς, που μείναμε στη θέση μας, μας έδιωξε ένας θυμωμένος τύπος -«τι κάνετε εδώ; Ουστ!» και ξεκινήσαμε γι’ αλλού.

Ολη η περιοχή τώρα μύριζε ψημένο κρέας. Αλλος για Χίο τράβηξε κι άλλος για Μυτιλήνη.

Ο μαυρόασπρος Φειδιππίδης έτρωγε ήδη -μας γρύλισε όταν πλησιάσαμε. Εγώ ξέκοψα και πήγα για σόλο καριέρα σ’ έναν κήπο που έψηναν πολύ πράμα.

Ανοιξε η πόρτα και πετάχτηκε έξω ένας σκύλαρος με άγριες διαθέσεις. Το ‘βαλα στα πόδια -σιγά μην πέσω στο επίπεδό του.

Ξύπνησα λαχανιασμένη. Πρέπει να ‘τρεχα πολύ στον ύπνο μου. Από πάνω μου στεκόταν ο δικός μου με δυο ολόκληρα παϊδάκια.

Τσιμπήθηκα. Ναι, ήμουν ξύπνια, ήμουν σπίτι μου και ήμουν πανευτυχής! Τσάκισα τα παϊδάκια.

* Το Αλλοπαράκι μου υποφέρει απ’ τα βαρελότα κάθε Ανάσταση. Φέτος, περιέργως, δεν ακούσαμε πολλά. Και η σκυλίτσα μου κοιμήθηκε μια χαρά, χωρίς τις φωνές άλλων Αναστάσεων. Μόνο που κούναγε συνέχεια τα πόδια της και βαριανάσαινε. Περίεργα πράγματα. Λέτε να ‘βλεπε όνειρα;