Ανθρωποι της γραφής (ποιητές, πεζογράφοι, κριτικοί, πανεπιστημιακοί) στέλνουν γράμμα στον αγαπημένο λογοτεχνικό τους ήρωα. Σύντομα επιστολικά κείμενα, διακειμενικά παίγνια, μεταιχμιακές αφηγήσεις στην κόψη επινοημένης πραγματικότητας και μυθοπλαστικής οικειότητας.
Μισέλ Φάις
Μικρέ μου Καισαρίωνα,
Μια μέρα ζεστή και ποιητική, εσύ, ο πρωτότοκος γιος της Κλεοπάτρας, ο τελευταίος Πτολεμαίος ΙΕ’, δοξάστηκες από τους φαύλους της Αλεξάνδρειας ως ο Βασιλέας των Βασιλέων.
Ομως, το Imperium ανατέλλει, δύο Καίσαρες παραείναι πολλοί κι εσύ, που φέρεις το δυσοίωνο υποκοριστικό, στέκεις ανύποπτος για το μαχαίρι που σου επιφυλάσσει η μοίρα. Απέμεινες μια λεπτομέρεια στις σελίδες της Ιστορίας.
Ωσπου σε αναζήτησε μια νύχτα αυτός που γερνάει μόνος, στην ίδια πόλη. Το δικό του μαχαίρι είναι το γήρας.
Το πρωί εργάζεται αθόρυβα, υπάλληλος σε εταιρεία, συχνάζει στου Παστρούδη, κομψός και περιποιημένος, πάντα ρωτάει για την ποιότητα στα εμπορικά της οδού Σερίφ.
Ομως, ξένος, ξένος πολύ αισθάνεται. Μόλις ξεφορτωθεί τους ενοχλητικούς επισκέπτες του στους οποίους σέρβιρε, καγχάζοντας, το άθλιο φτηνιάρικο ουίσκι, μάρκας «Παλαμά», αφήνει το φως να λιγοστεύει και εν μέρει για να μελετήσει, εν μέρει την ώρα να περάσει, υποδέχεται αισθήσεις και μνήμες που επιστρέφουν.
Α, Καισαρίωνα, εσύ μια υποσημείωση της Ιστορίας, ιδεώδης εν τη λύπη σου, πλησιάζεις τότε τον Αλεξανδρινό και γίνεσαι η αφορμή ν’ αποκαλύψει τα της τέχνης του.
Στο ημίφως, αναπλάθει τις ιστορικές μορφές και τα ηδονικά μέλη της νιότης, διαβάζει τις επιγραφές στους τάφους, ξαναστήνει τα σπασμένα από τους χριστιανούς αγάλματα – εν μέρει εθνικός και εν μέρει χριστιανίζων.
Ετούτο το «εν μέρει» ενός ελληνικού, όπως έλεγε ότι είναι ο ίδιος, θα τον απομακρύνει από τους Ελληνες και ελληνίζοντας, από την τρεχάμενη ηθική και όσους αγαπούν και γράφουν υγιεινά, πιστεύοντας γι’ αυτόν πως φκιάνει στιχάκια!
Κι αν βγαίνει στο μπαλκόνι μελαγχολικά, να αντικρίσει ολίγη αγαπημένη πολιτεία, ίσως είναι επειδή, μες στο σούρουπο, δεν μπορεί ακόμη να διακρίνει ότι ανατέλλει το δικό του ποιητικό imperium, που έκαμε τόσο πολύ το ολίγιστον της φόρμας του, της καμωμένης από τόσες λαλιές του Ελληνισμού και συμπύκνωσε στο «εν μέρει» του το όλον του ποιητικού μοντερνισμού.
