Γράμμα σ’ έναν (λογοτεχνικό) ήρωα
Ανθρωποι της γραφής (ποιητές, πεζογράφοι, κριτικοί, πανεπιστημιακοί) στέλνουν γράμμα στον αγαπημένο λογοτεχνικό τους ήρωα. Σύντομα επιστολικά κείμενα, διακειμενικά παίγνια, μεταιχμιακές αφηγήσεις στην κόψη επινοημένης πραγματικότητας και μυθοπλαστικής οικειότητας.
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις
όσες φορές θυμάμαι τη ζωή σου, ανοίγω το βιβλίο και στέκομαι λίγα λεπτά στη φράση εκείνη που πυκνώνει ολόκληρο τον βίο σου. «Μια νύχτα, όλη νύχτα επάλευεν ο νους με την καρδιά μου…»
Αχ, βρε Σελίμ! Ντυμένος τα ενδύματα της τρέλας –εμφάνιση, απομόνωση, η προσμονή του ερχομού των Ρώσων- μα πάντα γνωστικός, πάντα νηφάλιος, στέκεις ορθός απάνω στο κατώφλι της ίσμπας που έστησες ανάμεσα στα δέντρα, απέναντι απ’ την πηγή, εσύ, ο τελευταίος ήρωας του Γιωργή.
Ολα τα πρόσωπα που έπλασε βγαλμένα απ’ τη ζωή του, μάνα, αδερφός, παππούς, μα εσύ ο ίδιος του ο εαυτός, τόσο που κάποτε λησμόνησες πως είσαι δημιούργημα και έπραξες σαν να ήσουν ο ίδιος ο Γιωργής, παίρνοντας αποφάσεις που μόνο αυτός θα έπαιρνε, αν ήταν λεύτερος να επιλέξει τότε.
Το είδωλό σου ζωντανό στον σκοτεινό καθρέφτη του εγκλεισμού του, άκων εκείνος στο κελί, στην ευαρέσκεια των φίλων αφημένος κι εσύ σε τόπο αρκαδικό, αυτάρκης, όμως πνιγμένος στο όνειρο όσο κι εκείνος.
Αυτός, με της Μπετίνας την ανάμνηση. Χταπόδια τα ολόχρυσα μαλλιά στο παραλήρημά του μπερδεμένα, τα μαύρα μάτια της, η γάργαρη φωνή.
Την ίδια ώρα εσύ, σε τέσσερις συνέχειες στην Εστία, αναπολείς τις μέρες που αιχμάλωτος αγάπησες τον ορκισμένο εχθρό σου στο βλέμμα της Παυλόσκας. Τανίζεται η ψυχή μέσα στη λάμψη, ξεμαργωμένη φορώντας δυο φτερά φεύγει προς τα ουράνια.
Ταιριάζει το τραγούδι της μ’ εκείνο της Μπετίνας και, αν και σε γλώσσα ξένη, ανοίγει απλόχερα τα φυλλοκάρδια σου στο φως.
Ρωμιοί και Τούρκοι σε έλεγαν τρελό, εκεί την θρακική Καϊνάρτζα όπου κατέφυγες σαν το σκυλί δαρμένος. Μα πόσο ανακόλουθο, αλήθεια, τρελός εσύ, ένας Σελίμ, όνομα που στη γλώσσα σου σημαίνει λογική! Μάλλον δε σε ονομάτισε τυχαία ο Γιωργής!
Ναι, κάθε φορά που επανέρχομαι ξαναπατώντας στα βήματα της συνεχούς σου πτώσης κρατώ μονάχα εκείνη την εικόνα σου που φεύγοντας από τη ζωή παίρνεις την καίρια απόφαση· γυρνάς εκεί όπου τάχθηκες απ’ την αρχή να ζήσεις.
Δειλία κάποιοι θα το πουν κι αναθεώρηση ιδεών, όμως εγώ το λέω συνέπεια και προσκυνώ μπροστά σου.
Μόνο που δεν κατάλαβα, ήταν ο νους ή η καρδιά αυτό που συμβουλεύτηκες για την απόφασή σου εκείνη;
*Αναφέρεται στο διήγημα του Γ. Μ. Βιζυηνού «Ο Μοσκώφ Σελίμ» (1895).
**Τελευταίο βιβλίο της Μαρίας Σκιαδαρέση είναι το μυθιστόρημα «Χάλκινο γένος» (Πατάκης, 2013)
