Στο παρελθόν η οδική προσέγγιση των απόμακρων χωριών της Πίνδου ήταν μια επίπονη, κοπιαστική και επικίνδυνη υπόθεση και σπάνια οι ταξιδιώτες τολμούσαν μεμονωμένα να διασχίσουν τα περάσματα των βουνών, ιδίως τον χειμώνα.
Το δύσκολο έργο της μεταφοράς ανθρώπων και εμπορευμάτων το αναλάμβαναν τα οργανωμένα καραβάνια με επικεφαλής έμπειρους και σκληροτράχηλους αγωγιάτες.
Πριν ακόμη ξεκινήσουν οι διανοίξεις δρόμων και μέχρι σχεδόν τον Μεσοπόλεμο, τον ορεινό κορμό της Ελλάδας διέτρεχε ένα πυκνό και καλοδιατηρημένο σύστημα καλντεριμιών και μουλαρόδρομων.
Πέτρινα γεφύρια δρασκέλιζαν τα ποτάμια και σκαλιά σκαρφάλωναν στα απόκρημνα πρανή των βουνών.
Ακόμη και σήμερα δεν είναι πολλοί οι οδικοί άξονες που επιχειρούν με τολμηρό, είναι η αλήθεια, τρόπο να διαβούν τον συμπαγή και δύσβατο κορμό της Πίνδου.
Το μονότοξο γεφύρι της Πύλης ή Πόρτας, που δρασκελίζει με το αέρινο, πέτρινο βήμα του το θορυβώδες Πορταΐτικο ποτάμι, οριοθετεί εδώ και εκατοντάδες χρόνια ένα από τα σημαντικότερα περάσματα της Νότιας Πίνδου.
Αντικρίζοντάς το στα παλιά τα χρόνια, οι ταξιδιώτες που κατέβαιναν από τα βουνά γνώριζαν πως τα δύσκολα πέρασαν, καθώς το πλάτωμα του κάμπου σε λίγο θα ξανοιγόταν μπροστά τους.
Αντίθετα, όσοι άφηναν πίσω τη θεσσαλική πεδιάδα και τραβούσαν προς τα χωριά της Πίνδου, ξεκουράζονταν στα χάνια της περιοχής καθώς ήξεραν πως από εδώ και πάνω αρχίζει η περιπέτεια.
Παρόλο που οι εποχές άλλαξαν, το «πέρασμα της Πύλης» φαίνεται πως δεν έχει χάσει τουλάχιστον τη σημειολογική σημασία του, αφού από εδώ, κάθε Σαββατοκύριακο, θα ανηφορίσουν οι εκατοντάδες επισκέπτες που επιλέγουν να επισκεφθούν τα γνωστά ορεινά θέρετρα.
Μια Πύλη στα βουνά
Η Πύλη είναι μια μικρή γεωργοκτηνοτροφική πόλη περίπου 2.000 κατοίκων που κυριολεκτικά βρίσκεται ανάμεσα στα βουνά και στον κάμπο. Απέχει μόλις 18 χιλιόμετρα από την πόλη των Τρικάλων και 8 χιλιόμετρα από το Μουζάκι Καρδίτσας.
Η θαυμάσια φυσική τοποθεσία του Πορταΐτικου ποταμού, τα ιστορικά γεφύρια και τα σημαντικά βυζαντινά και μεταβυζαντινά θρησκευτικά μνημεία καθιστούν τη θεσσαλική κωμόπολη έναν αξιόλογο τουριστικό προορισμό.
Επιπλέον θα πρέπει να συνυπολογιστούν στα θετικά της περιοχής οι μικρές αποστάσεις από τα δημοφιλή ορεινά θέρετρα Ελάτη και Περτούλι, αλλά και από τη λίμνη Πλαστήρα, από την οποία απέχει μόλις 20 χιλιόμετρα (μέσω του νέου δρόμου προς Μουζάκι).
Σε απόσταση ενός χιλιομέτρου επάνω στον δρόμο που οδηγεί από την Πύλη προς τα χωριά της Πίνδου, σε ένα τοπίο μεγαλόπρεπο που διατρέχει ο ποταμός Πορταΐτικος, δεσπόζει γεφυρώνοντας τις όχθες από το 1517 το τοξωτό γεφύρι της Πόρτας, χτισμένο από τον Αγιο Βησσαρίωνα.
Το γεφύρι είναι μονότοξο, ημικυκλικής μορφής, με μέγιστο άνοιγμα τόξου τα 29 μέτρα, ύψος 13,30 μέτρα και συνολικό μήκος 65 μέτρα. Τα χαρακτηριστικά αυτά το καθιστούν ένα από τα μεγαλύτερα γεφύρια του είδους στην Ελλάδα.
Από την ημέρα της κατασκευής του ώς τα μέσα περίπου του 20ού αιώνα, παρέμενε ένα ζωτικής σημασίας πέρασμα για τα καραβάνια που ανηφόριζαν προς τα δυσπρόσιτα χωριά της Πίνδου.
Μετά τον εμφύλιο πόλεμο, όταν άρχισαν και οι πρώτες διανοίξεις του οδικού δικτύου, το στιβαρό πέτρινο γεφύρι άρχισε να χάνει την πρακτική του αξία για να μετατραπεί σιγά σιγά σε αξιοθέατο.
Σήμερα θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα μνημεία του ορεινού όγκου και οι ταξιδιώτες θα σταματήσουν έστω και για λίγο, για να περπατήσουν στην πέτρινη ράχη του, να χαζέψουν τους πάγκους με τα αγροτικά προϊόντα που στήνονται κάθε Σαββατοκύριακο στα ριζά του και φυσικά να θαυμάσουν το απαράμιλλο τοπίο με τα τρεχούμενα νερά και τα πλατάνια.
Σε ελάχιστη απόσταση από το ιστορικό γεφύρι -προσεγγίζεται οδικώς από την Πύλη-, στην άκρη του μικρού συνοικισμού Πόρτα Παναγιά, συναντάμε στην αγκαλιά της ορεινής φύσης τον ομώνυμο βυζαντινό ναό.
Ο ναός της Πόρτα Παναγιάς είναι το καθολικό από το μεγάλο μοναστήρι των Μεγάλων Πυλών και χτίστηκε το 1283 από τον Ιωάννη Αγγελο Κομνηνό Δούκα.
Πρόκειται για έναν θαυμάσια διατηρημένο σταυρεπίστεγο ναό ρυθμού τρίκλιτης βασιλικής, που έχει χτιστεί πάνω σε θεμέλια αρχαίου ιερού άγνωστης προέλευσης.
Μάλιστα τμήματα του αρχαίου οικοδομήματος (κίονες) χρησιμοποιήθηκαν κατά την κατασκευή του χριστιανικού ναού.
Από τον άλλοτε περίτεχνο ψηφιδωτό και γλυπτό διάκοσμο, μετά την καταστροφική πυρκαγιά του 1855, έχουν απομείνει μικρά δείγματα.
Διασώζονται δύο ψηφιδωτές εικόνες του 1285, που θεωρούνται ιδιαίτερης τεχνικής και τεχνοτροπίας.
Πίνδου «ανάβασις»
Οπως είπαμε, το γεφύρι της Πύλης οριοθετεί το πέρασμα προς τα χωριά της Πίνδου.
Οι πλέον δημοφιλείς προορισμοί του ορεινού όγκου της Νότιας Πίνδου είναι η Ελάτη, τα Περτουλιώτικα Λιβάδια, το χιονοδρομικό κέντρο και το πασίγνωστο ορεινό κεφαλοχώρι Περτούλι.
Την περιοχή αυτή, που παρουσιάζει τεράστιο περιηγητικό και οικολογικό ενδιαφέρον, διαθέτει θαυμάσιες υποδομές και σχετικά καλό οδικό δίκτυο, την έχουμε παρουσιάσει εκτενώς σε παλιότερα ταξιδιωτικά άρθρα.
Λιγότερο γνωστή, αλλά εξίσου συναρπαστική είναι η οδική διαδρομή που οδηγεί προς Στουρναραίικα, Μυρόφυλλο και Μεσοχώρα (τη διασταύρωση θα τη δείτε αμέσως μετά το Πορταΐτικο γεφύρι).
Ο δρόμος, πάντα ασφάλτινος, αλλά κάπως στενότερος και σαφώς πιο ήσυχος, διαβαίνει όμορφα ημιορεινά τοπία.
Πριν κατευθυνθούμε προς Στουρναραίικα, αξίζει να κάνουμε μια σύντομη παράκαμψη από την αρχική πορεία μας για να επισκεφτούμε το χωριό Παλιοκαρυά με τις τρεις γειτονιές του.
Εδώ θα δούμε να βρίσκεται ακόμη σε λειτουργία ένας από τους ελάχιστους πια νερόμυλους-νεροτριβές (ντριτσέλα) της περιοχής. Στη συνέχεια τραβάμε για την κοίτη του Παλιοκαρίτη ποταμού και συναντάμε το πανέμορφο πέτρινο γεφύρι του 16ου αιώνα -έργο και αυτό του Αγίου Βησσαρίωνα- να ποζάρει διακριτικά πάνω από δύο όμορφους μικρούς καταρράκτες.
Επιστρέφουμε στον κεντρικό ασφάλτινο δρόμο και συνεχίζουμε με πορεία δυτική. «Παίζουμε» για 3-4 χιλιόμετρα με τις αλλεπάλληλες «φουρκέτες» για να βγούμε σε ύψος 1.000 μέτρων όπου θα συναντήσουμε το χωριό Στουρναραίικα (18 χλμ. από Πύλη).
Ο οικισμός πήρε το όνομά του από τον κλεφταρματολό Νικόλαο Στουρνάρη και διαθέτει υποδομή για φαγητό και διαμονή.
Αν μέχρι εδώ σας κούρασαν οι δυσκολίες του δρόμου, μπορείτε να απολαύσετε ένα χορταστικό γεύμα στις ταβέρνες του χωριού, να χαρείτε το άγριο ορεινό τοπίο και να πάρετε τον δρόμο της επιστροφής.
Ραντεβού με τον Αχελώο
Αν σας «τρώει» η… διάθεση για περισσότερα ορεινά χιλιόμετρα, είστε στο κατάλληλο μέρος!
Ο δρόμος, με έντονες ανηφορικές στροφές, σκαρφαλώνει στα πρανή των κατάφυτων από οξιές βουνών.
Ετσι λοιπόν, μετά τα Στουρναραίικα βρισκόμαστε να οδηγούμε στην κόψη του γκρεμού ακολουθώντας τις ισοϋψείς υψομετρικές καμπύλες στα 1.200-1.300 μέτρα, απολαμβάνοντας παράλληλα την απίστευτη θέα προς τα βουνά της Αργιθέας και τις χιονισμένες ακρώρειες της Νότιας Πίνδου.
Είκοσι πέντε χιλιόμετρα μετά τα Στουρναραίικα θα βρεθούμε σε διασταύρωση (χαρακτηριστικό κομβικό σημείο). Ο δρόμος δεξιά οδηγεί στην πολύπαθη λόγω έργων εκτροπής του Αχελώου περιοχή του χωριού Μεσοχώρα και αφού περάσει το φράγμα, τον Αχελώο και τις σήραγγες, τραβά για Τζουμέρκα και για τα χωριά της Αρτας.
Το αριστερό παρακλάδι του δρόμου οδηγεί προς το Μοσχόφυτο, συνεχίζει με ατέλειωτες κατηφορικές στροφές για τα χωριά Βαλκάνο, Πολυνέρι και καταλήγει στις γραφικές γειτονιές του Μυρόφυλλου (υψόμ. 750).
Το σύνολο της πορείας πραγματοποιείται πλάι στην κοίτη του ορεινού ποταμού Αρέντα (παραπόταμου του Αχελώου) που κυλά στο βάθος κατάφυτης κοιλάδας.
Το Μυρόφυλλο είναι από τα πιο παλιά χωριά της Πίνδου και αναφέρεται σε χρυσόβουλο των βυζαντινών αυτοκρατόρων ήδη από 1336 με το όνομα Μυρόκοβο.
Λίγο πιο δυτικά από το Μυρόφυλλο απλώνεται η λεκάνη απορροής του Αχελώου. Ο χωματόδρομος, αφού διασχίσει τον οικισμό, καταλήγει μετά από 2,5 χιλιόμετρα στην είσοδο της ιστορικής μονής του Αγ. Γεωργίου (17ος αιώνας), που βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τη φαρδιά κοίτη του Ασπρου (Αχελώου).
Αν και σήμερα τα έργα της πολυδάπανης εκτροπής του Αχελώου έχουν σταματήσει, η επέμβαση του ανθρώπου σε πολλά σημεία της κοίτης του ποταμού είναι ορατή και δυστυχώς μη αναστρέψιμη.
Μια επιπλέον συνέπεια του φαραωνικού έργου που ασυλλόγιστα καταπίνει δισεκατομμύρια του κρατικού προϋπολογισμού εδώ και 30 χρόνια θα ήταν και η ολική καταστροφή του ιστορικού μοναστηριού του Αγίου Γεωργίου, καθώς τα θολά νερά της τεχνητής λίμνης θα το έπνιγαν για πάντα.
Αντικριστά από το μοναστήρι, στο άλλο άκρο του ποταμού, βρίσκεται το χωριό Μεσούντα. Λίγο πιο ανατολικά, σε ένα στενό δυσπρόσιτο πέρασμα στη θέση Φάγγος, στις 15 Ιουνίου του 1945 αυτοκτόνησε περικυκλωμένος από τους διώκτες του ο Αρης Βελουχιώτης.
Εδώ, κάτω από το βουητό του Αχελώου και τις αετοράχες της Πίνδου, γράφτηκε μια από τις πιο πολυσυζητημένες σελίδες της πρόσφατης ιστορία μας, μιας ιστορίας ταραγμένης, γεμάτης από αντιφατικά γεγονότα που ακόμη και σήμερα, 73 χρόνια μετά, βιώνουμε τις δονήσεις τους.
Διαμονή
● Πύλη «Μπαμπανάρα», τηλ. 24340 22325
● «Αλέξανδρος», τηλ. 24340 22935
● «Πύλη», τηλ. 24340 23191
● «Πόρτα Παναγιά», τηλ. 24340 22691
● Στουρναραίικα «Αρχοντικό του Κρομμύδα», τηλ. 24340 93140
● «Πανόραμα – Ζαμπάκας», τηλ. 24340 93000
● Μεσοχώρα «Αχελώος», 24340 31490 & 6977803074
Κείμενο – φωτογραφίες: Θοδωρής Αθανασιάδης / viewsofgreece.gr
