Στις 21 Ιουλίου του 1809 γεννιέται στο Ρίο ντε Ζανέιρο ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους και επιδραστικούς εκπροσώπους της βραζιλιάνικης λογοτεχνίας, ο Ζοακίμ Μαρία Μασάντο ντε Ασίς. Μιγάς γεννημένος από απελεύθερο σκλάβο, παιδί ασθενικό που ψευδίζει και υποφέρει από κρίσεις επιληψίας, ο Μασάντο ντε Ασίς θα ανέλθει στους κύκλους της βραζιλιάνικης διανόησης χάρη στη φιλομάθεια και το ταλέντο του.
Ευνοημένος και από τους αστικούς κύκλους της εποχής που αναγνωρίζουν σύντομα την κλίση του νεαρού Μασάντο στη συγγραφή, θα επιδοθεί στην εξάσκηση του λόγου του σε πλείστα γραμματειακά είδη, όπως το θέατρο, η ποίηση, και το δοκίμιο, με ιδιαίτερη επίδοση στο μυθιστόρημα και στις μεταφράσεις έργων της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.
Το 1896 θα χριστεί ισόβιος πρόεδρος της Βραζιλιάνικης Ακαδημίας Γραμμάτων, η οποία μετά τον θάνατό του ονομάζεται «Οίκος του Μασάντο ντε Ασίς», ενώ ο Χάρολντ Μπλουμ θα τον κατατάξει στους εκατό πιο δημιουργικούς συγγραφείς της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Η μυθιστορηματική παραγωγή του Μασάντο ντε Ασίς διακρίνεται σε δύο περιόδους, η πρώτη είναι σαφώς επηρεασμένη από το κίνημα του Ρομαντισμού, ενώ κατά τη δεύτερη θα προσπορίσει με τα έργα του τη θεμελίωση του βραζιλιάνικου ρεαλιστικού μυθιστορήματος.
Η «Ελένα», μυθιστόρημα της πρώτης συγγραφικής περιόδου του Μασάντο ντε Ασίς, δημοσιεύεται αρχικά σε συνέχειες στην εφημερίδα «O Globo» και κατόπιν εκδίδεται σε βιβλίο το 1876. Η «Ελένα» πραγματεύεται την ανάπτυξη ενός άτυχου πάθους και το τραγικό αδιέξοδο δύο νέων ανθρώπων, οι οποίοι εγκλωβίζονται αναπόδραστα στις κοινωνικές συμβάσεις.
Η όμορφη, καλοσυνάτη, ευφυής και ευγενική Ελένα θα εισχωρήσει στην οικογένεια του συμβούλου Βάλε όταν με όρο που αφήνει ο ίδιος στη διαθήκη του αξιώνει από την αδελφή του, κυρία Ούρσουλα και τον γιο του Εστάσιο, να υποδεχτούν τη νεαρή Ελένα στους κόλπους της οικογένειας ως εξώγαμο αλλά ισότιμο τέκνο του.
Με εφόδιά της την πηγαία καλοσύνη, την ομορφιά, τη γοητεία, την ευστροφία, τους ευγενείς τρόπους και τη βαθιά της ενσυναίσθηση, η Ελένα κατορθώνει, αργά ή γρήγορα, να κατακτήσει τις καρδιές των οικείων της και να καταστήσει την παρουσία της απαραίτητη για την ευημερία και την εύρυθμη λειτουργία του αρχοντικού.
Ο Εστάσιο, ο ετεροθαλής αδελφός της Ελένα, είναι εκείνος που θα επενδύσει στην αναπάντεχη νεοεισερχόμενη αγάπη, φροντίδα, σεβασμό και πίστη που σύντομα θα ξεπεράσουν τα όρια της αδελφικής αγάπης.
Ενώ προετοιμάζει τον γάμο του με την Εουζένια, κόρη του ιατρού και αδελφικού φίλου του πατέρα του, Καμάργκο, η αμφιθυμία και η αμφιβολία για τη δύναμη του έρωτα που τρέφει για την πιθανή μέλλουσα συμβία του μεγαλώνουν διαρκώς, ιδιαίτερα μετά την άφιξη της Ελένα, η οποία μονοπωλεί όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον του και καλύπτει σχεδόν καθολικά τα ψυχικά και συναισθηματικά του κενά. Μόνον κοντά της, δίπλα της, γύρω της αισθάνεται πλησμονή και ασφάλεια.
Τα συναισθήματα που τρέφει για την Ελένα γίνονται ακόμα πιο προφανή, όταν αρχίζει έντρομος να αντιτίθεται στον γάμο της με τον πιο κοντινό του φίλο, τον Μεντόνσα. Τον γάμο με τον Μεντόνσα θα επιδιώξει η ίδια η Ελένα σε συνεννόηση με τον ιερέα και φίλο της οικογένειας, Μελσιόρ, κατά τη διάρκεια μιας ολιγοήμερης απουσίας του Εστάσιο.
Ο γάμος με τον Μεντόνσα είναι μια σύμπραξη στην οποία επιθυμεί να καταφύγει η Ελένα από ανάγκη, ως συμβατική λύση, διαισθανόμενη όχι μόνο τα αισθήματα που τρέφει ο Εστάσιο για εκείνην αλλά, πρωτίστως, αντιλαμβανόμενη την απρεπή, μύχια αμοιβαιότητα των δικών της αισθημάτων.
Επιπλέον, η Ελένα γνωρίζοντας το φοβερό μυστικό που αποτελεί και το κλειδί του μυθιστορήματος αισθάνεται ότι έχει επωμιστεί το βάρος να αμβλύνει την τραγικότητα της αποκάλυψής του, επιλέγοντας ένα όσο το δυνατόν λιγότερο επώδυνο φινάλε. Η θέρμη των αισθημάτων και ο φαινομενικά ανόσιος έρωτας που γεννήθηκε στο κτήμα του συμβούλου Βάλε θα οδηγήσουν νομοτελειακά σε ένα τραγικό αδιέξοδο.
Οπως επισημαίνει ο μεταφραστής στο πολύ χρήσιμο επίμετρο του μυθιστορήματος, είναι ανάγκη να υπάρξει ένας ρομαντισμός στη Βραζιλία, μιας και αυτές είναι οι επιταγές των ευρωπαϊκών μητροπολιτικών πολιτισμικών κέντρων αναφοράς. Σε μια νεόδμητη εθνική λογοτεχνία, όπως ήταν η βραζιλιάνικη την εποχή του Μασάντο ντε Ασίς, οι επιρροές από ωριμότερα πρότυπα, όπως η ευρωπαϊκή λογοτεχνία, ήταν σχεδόν επιβεβλημένες και λειτουργούσαν, επιπλέον, ως δίχτυ ασφαλείας για την αναγνωστική ανταπόκριση.
Ετσι, η Ελένα ως τραγική ποθοπλάνταχτη λογοτεχνική ηρωίδα σμιλεύεται με πρότυπο κλασικές ηρωίδες όπως η Νέα Ελοΐζα (1761) του Ρουσό, η Αιμιλία Γκαλότι (1772) του Λέσινγκ ή ακόμα και ο Βέρθερος (1774) του Γκέτε, έργα που πραγματεύονται τον έρωτα, την ηθική ακεραιότητα, τις κοινωνικές συμβάσεις αλλά και την έλξη του θανάτου.
Η Ελένα μπορεί να αποτρέπεται από την αυτοχειρία, χάρη στην επέμβαση του Εστάσιο, ισοπεδώνει, ωστόσο, σχεδόν εκούσια την ομοιόστασή της, ποτίζοντας τον εαυτό της με μιαν ανυπέρβλητη οδύνη που θα την οδηγήσει αναπόφευκτα στην αυτοκαταστροφή.
