Το 1917 σημαδεύεται από μια ξεχωριστή επέτειο, τα 100 χρόνια από τη Ρωσική Επανάσταση. Το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο θα τιμήσει αυτή την επέτειο με την έκδοση δυο βιβλίων που θα κυκλοφορήσουν για πρώτη φορά σε ελληνική μετάφραση. Πρόκειται για το «Ετος Ενα της Ρώσικης Επανάστασης», γραμμένο από τον Βίκτορ Σερζ (που θα είναι στα βιβλιοπωλεία στις αρχές του Γενάρη) και θα ακολουθήσει το βιβλίο «Η Μόσχα του Λένιν», από τον Αλφρέντ Ροσμέρ.
Ο Βίκτορ Σερζ είναι γνωστός στο αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα. Αναρχικός επαναστάτης από τα νεανικά του χρόνια, με αγώνες και φυλακίσεις, το 1919 πήγε στη Ρωσία για να στηρίξει έμπρακτα την επανάσταση. Εγινε μπολσεβίκος και τα επόμενα χρόνια συμμετείχε στη δουλειά της Κομιντέρν. Αργότερα, τάχτηκε με την Αριστερή Αντιπολίτευση και τον Τρότσκι και εξορίστηκε γι’ αυτή την επιλογή.
Το «Ετος Ενα» είναι ένα συγκλονιστικό βιβλίο για το πιο συγκλονιστικό γεγονός του 20ού αιώνα, γεμάτο από τη ζωντάνια ενός ρεπορτάζ, το πάθος ενός πρωταγωνιστή κι όχι τη νωθρότητα ενός «ουδέτερου» σχολιαστή και την ειλικρίνεια ενός πεισμένου επαναστάτη. Σε περισσότερες από 600 σελίδες καλύπτει την περίοδο από τη νίκη της Επανάστασης του Οκτώβρη του 1917 στη Ρωσία μέχρι τον Γενάρη του 1919 και την αιματηρή καταστολή της «εξέγερσης των Σπαρτακιστών» στο Βερολίνο.
Το βιβλίο είναι μια παθιασμένη υπεράσπιση του Κόκκινου Οκτώβρη ως μιας γνήσιας εργατικής επανάστασης και του ρόλου του μπολσεβίκικου κόμματος, του «νευρικού συστήματος» της εργατικής τάξης. Ταυτόχρονα, δεν ωραιοποιεί ανθρώπους και καταστάσεις, αλλά βάζει τις σκληρές τους επιλογές στο ιστορικό τους πλαίσιο. Σήμερα, που έχει ξεχαστεί ότι η «κόκκινη τρομοκρατία» ήταν η απάντηση στη σφαγή περίπου είκοσι χιλιάδων εργατών στη Φινλανδία την άνοιξη του 1918 από τους «πολιτισμένους» και «δημοκράτες» αστούς, οι ζωντανές περιγραφές ενός –πρώην αναρχικού– αυτόπτη μάρτυρα που συμμετείχε ενεργά στην επαναστατική διαδικασία που εξελισσόταν στη Ρωσία αποτελούν αναντικατάστατο τεκμήριο. Κώστας Πίττας
Π Ρ Ο Δ Η Μ Ο Σ Ι Ε Υ Σ Η
Μικρό απόσπασμα από το κεφάλαιο «Η εξέγερση στις 25 Οκτώβρη 1917»
Η κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων
«…Η πρώην αυτοκρατορική κατοικία είναι τοποθετημένη στο κέντρο της Πετρούπολης στις όχθες του Νέβα∙ βλέπει το Φρούριο Πέτρου και Παύλου από 500-600 μέτρα μακριά. Στα νότια, η πρόσοψη του παλατιού βλέπει μια απέραντη λιθόστρωτη πλατεία όπου υπάρχει και η στήλη του Αλέξανδρου Α’. Ενα ιστορικό σημείο. Στο πίσω μέρος της πλατείας, σε ημικύκλιο, βρίσκονται τα πελώρια, ευπρεπή γραφεία του πρώην Υπουργείου Πολέμου και του Υπουργείου Εξωτερικών.
»Σ’ αυτήν την πλατεία, στα 1879, ακούστηκαν οι πυροβολισμοί που έριξε ο σπουδαστής Σολόβιεφ και μπορούσε κανείς να δει τον αυταρχικό Τσάρο Αλέξανδρο Β’ να τρέχει σκυφτός δεξιά κι αριστερά, ωχρός από τον τρόμο. Το 1881 αυτά τα ζοφερά κτίρια ταρακουνήθηκαν από τα εκρηκτικά που τοποθέτησε κάτω από τα αυτοκρατορικά διαμερίσματα ο ξυλουργός Στεπάν Χαλτούριν. Κάτω από τα παράθυρά τους, στις 22 Ιανουαρίου 1905, οι στρατιώτες πυροβόλησαν το πλήθος των εργατών που είχαν έρθει, βαστώντας εικόνες και ψάλλοντας ύμνους, να ικετέψουν τον Τσάρο, τον “πατερούλη” του λαού…
…Τώρα, στις 25 Οκτώβρη, ήδη από νωρίς το πρωί, μπολσεβίκικα συντάγματα και Κοκκινοφρουροί άρχισαν να περικυκλώνουν τα Χειμερινά Ανάκτορα, όπου βρίσκονταν τα γραφεία της κυβέρνησης Κερένσκι.
»Η επίθεση είχε προγραμματιστεί για τις 9 π.μ., αν κι ο Λένιν ήταν ανυπόμονος κι ήθελε να έχουν τελειώσει πριν απ’ αυτήν την ώρα. Ενώ ο σιδερένιος κλοιός στένευε αργά γύρω από το παλάτι, το Συνέδριο των Σοβιέτ συγκεντρώνονταν στο Σμόλνι, ένα πρώην γυμνάσιο θηλέων της αριστοκρατίας.
»Σε ένα μικρό δωμάτιο του κτιρίου, ο Λένιν, παράνομος ακόμα και μεταμφιεσμένος σαν γέρος, βημάτιζε νευρικά πάνω κάτω. Ρωτούσε όποιον καινούργιο ερχόταν, “τα Ανάκτορα –δεν τα καταλάβαμε ακόμα;”. Η οργή του μεγάλωνε απέναντι στους διστακτικούς, τους χασομέρηδες, τους αναποφάσιστους… Οι φαντάροι μαζεμένοι γύρω από τις φωτιές στους δρόμους γύρω από το παλάτι, έδειχναν την ίδια ανυπομονησία… Ακόμα μια φορά τα συναισθήματα του Λένιν ήταν μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια ίδια με εκείνα των μαζών…
Το πρώτο κάλεσμα για παράδοση διαβιβάστηκε στους υπουργούς στις 6 η ώρα. Στις 8 δόθηκε δεύτερο τελεσίγραφο. Κρατώντας μια σημαία ανακωχής ένας μπολσεβίκος απευθύνθηκε στους υπερασπιστές του παλατιού και οι στρατιώτες ενός τάγματος επιλέκτων πέρασαν με τη μεριά των επαναστατών. Τους καλωσόρισαν δυνατές ζητωκραυγές από την πλατεία… Οι τρομοκρατημένοι υπουργοί ακόμα δίσταζαν να παραδοθούν, φρουρούμενοι σε μια τεράστια αίθουσα δίχως φως, από λίγους ευέλπιδες… Οι υπουργοί περίμεναν ότι ο όχλος που ούρλιαζε θα τους κάνει κομματάκια.
»Τελικά, τα κανόνια του Αουρόρα –που έριχναν μόνο άσφαιρα !– αποθάρρυναν τους αμυνόμενους. Η επίθεση των Κόκκινων συνάντησε μόνο μια αδύναμη αντίσταση… Στο σύθαμπο του προθαλάμου, μια λεπτή γραμμή ωχρών ευελπίδων στέκονταν με διασταυρωμένες τις ξιφολόγχες μπροστά από μια πόρτα επενδυμένη με ξύλο.
Είναι ο τελευταίος προμαχώνας της τελευταίας αστικής κυβέρνησης της Ρωσίας. Οι Αντόνοφ-Οβσέενκο, Τσουντνόφσκι και Ποντβόισκι παραμερίζουν τις ξιφολόγχες και περνούν. Ενας νεαρός τους ψιθυρίζει, “Είμαι μαζί σας!”. Πίσω από την πόρτα βρίσκεται η Προσωρινή Κυβέρνηση: δεκατρείς καταρρακωμένοι, τρεμάμενοι τζέντλεμεν, δεκατρία αποκαρδιωμένα πρόσωπα κρυμμένα στο σκοτάδι… Κάποιοι φαντάροι και ναύτες έχουν διάθεση για σφαγή. Οι εργάτες-φρουροί τους συγκρατούν: “Μη χαλάτε την προλεταριακή νίκη με υπερβολές!”.
Οι υπουργοί του Κερένσκι φεύγουν για το Φρούριο Πέτρου και Παύλου, αυτήν την παλιά Βαστίλη όπου φυλακίστηκαν πολλοί μάρτυρες της ρώσικης ελευθερίας. Εκεί συναντούν τους υπουργούς του τελευταίου Τσάρου. Ολα έχουν τελειώσει. Στις παρακείμενες περιοχές της πόλης, η κανονική κυκλοφορία είχε συνεχιστεί κανονικά. Στις αποβάθρες, οι αργόσχολοι χάζευαν ήσυχα».
