Ν Ε Ο Ε Λ Λ Η Ν Ι Κ Ο Δ Ο Κ Ι Μ Ι Ο – Μ Ε Λ Ε Τ Η
Το λογοτεχνικό έργο έχει βέβαια τη δική του αξία, αλλά την υπεραξία του την παίρνει από την ενασχόληση μαζί του, την κριτική αξιολόγηση και την ερμηνεία του. Το λογοτεχνικό έργο έχει τη δική του τεκμαρτή αξία, αλλά τον «αέρα» του τον παίρνει από τη χρηματιστηριακή του αποτίμηση από τους ειδικούς που θα το καταξιώσουν με το ενδιαφέρον τους.
Αυτή την παρομοίωση νομίζω πως αξίζει να χρησιμοποιήσουμε στη σχέση λογοτεχνίας και (φιλολογικής) μελέτης, η οποία μπορεί να προσδώσει αθανασία στη λογοτεχνική ύλη και να την άρει πάνω από την απλή ανάγνωση.
Μέσα στις μελέτες το τι απασχολεί τους κριτικούς και μελετητές είναι αυτό που απασχολεί την Ιστορία και δείχνει ποιο θεωρείται άξιο να συζητηθεί και να γίνει –ή να φανεί ότι είναι– κλασικό.
Το 2016, που φεύγει, παρήγαγε μια σειρά πραγματειών που ασχολήθηκαν τόσο με καθιερωμένα ονόματα της ελληνικής λογοτεχνίας όσο και με ελάσσονες ποιητές και πεζογράφους, που δεν έχουν ωστόσο ξεχαστεί. Από τον Ελύτη ώς τον Αναγνωστάκη και τον Γ. Θεοχάρη κι από τον Γρ. Ξενόπουλο και τον Ηλ. Βενέζη ώς τον Ν. Καζαντζάκη και τον Ανδ. Φραγκιά.
Ωστόσο, άλλη μια φορά, πολύ σοβαρές μελέτες εκδόθηκαν για δύο μεγάλα ονόματα της νεοελληνικής γραμματείας, τον Κ. Καβάφη και τον Αλ. Παπαδιαμάντη, ενώ δεν έλειψαν βιβλία για ευρύτερα θέματα που αφορούν το έργο περισσότερων του ενός συγγραφέων ή τη θεωρία της λογοτεχνίας.
Το θέμα της αξιοποίησης της Ιστορίας στο θέατρο αλλά και στη λογοτεχνία εξετάζεται συχνά, για να δείξει πώς τα γεγονότα φτάνουν ώς εμάς μέσω της ιστορικής αλλά και μέσω της λογοτεχνικής αφήγησης. Εναν τέτοιο παραλληλισμό και ειδικότερα την αποδοχή της Ιστορίας από τη λογοτεχνία επιχειρεί η Μαρία Δεληβοριά («Ο αγώνας του ’21 και η υπονόμευσή του:
Οι σύγχρονες μαρτυρίες και η κρίση του Σολωμού», Αγρα), η οποία αναφέρεται στην εποχή της Επανάστασης και στον τρόπο με τον οποίο ο Διονύσιος Σολωμός αξιοποίησε το σύγχρονο επικαιρικό (ιστορικό) υλικό, μετουσιώνοντάς το σε ποίηση.
Ανάλογο θέμα απασχολεί και την Αφροδίτη Αθανασοπούλου στο «Ιστορία και λογοτεχνία σε διάλογο ή Περί μυθικής και ιστορικής μεθόδου» (Επίκεντρο), όπου μελετά τη σχέση της Iστορίας και της λογοτεχνίας τόσο στον Κ. Καβάφη όσο και στην Α΄ Αθηναϊκή Σχολή και τον Γ. Σεφέρη.
Αλλοτε με τη μυθική κι άλλοτε με την ιστορική μέθοδο, οι ποιητές προσπαθούν να εντάξουν το υλικό του παρελθόντος αλλά και την παρακαταθήκη του μύθου στο έργο τους, είτε για να αποδώσουν σ’ αυτό τη διαχρονική ισχύ της ανθρώπινης φύσης είτε για να τεκμηριώσουν με μεγαλύτερη σαφήνεια ό,τι γράφουν.
Τη χρήση του παρελθόντος από τον Κ. Καβάφη μελετά και η Ελισάβετ Αρσενίου («Κ. Π. Καβάφης. Η αξία της ποίησης», Μεταίχμιο), που αναδεικνύει τη σημασία του συμβάντος στην καβαφική ποίηση, το οποίο συλλαμβάνει τις μεταβατικές στιγμές της Ιστορίας.
Παράλληλα, ο Γιώργος Βαρθαλίτης («Η μέθοδος του Κ.Π. Καβάφη», Gutenberg) εξετάζει τον ποιητή σε σχέση με άλλους συγγραφείς, ώστε να διερευνήσει πού καινοτόμησε. Η καβαφική ποίηση δεν εξαντλείται ποτέ…
Από την άλλη, ο Γρηγόρης Μ. Σηφάκης, στον τόμο του με τίτλο «Ζητήματα Ποιητικής, Φιλολογίας και Λαογραφίας» (Κίχλη), συλλαμβάνει πτυχές του δημοτικού τραγουδιού, από τη σχέση του με τα ομηρικά έπη έως την προφορική του διάσταση κι από την ποιητική των ακριτικών τραγουδιών μέχρι τη διαχρονική λειτουργία των παραλογών.
Στην πεζογραφία, τώρα, για άλλη μια φορά ο Σκιαθίτης διηγηματογράφος μελετάται και απασχολεί με τη διαχρονική προβληματική του, την κοινωνική του άποψη και την «ηθική» του στάση. Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στον «Στεναγμό των πενήτων» (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης) συγκεντρώνει δεκαέξι δοκίμια, που ναι μεν προσλαμβάνουν τον Αλ. Παπαδιαμάντη με το θεολογικό βλέμμα του δοκιμιογράφου, αλλά ταυτόχρονα εστιάζει στην κοινωνική του ματιά.
Αλλά και η Δήμητρα Αναστασιάδου σκύβει στο έργο του Αλ. Παπαδιαμάντη και του Γ. Βιζυηνού, για να διερευνήσει την παρουσία της μητέρας μέσα σ’ αυτό. Κάτι τέτοιο επιχειρεί με ψυχαναλυτικά εργαλεία αλλά και θεωρίες για την αρχαία τραγωδία, με τη δύναμη του μύθου αλλά και με τη λογοτεχνική επεξεργασία του («Αρχαϊκές μητέρες», Εκκρεμές).
Εναν νεότερο πεζογράφο και γενικότερα πνευματικό άνθρωπο της Ελλάδας μελετά ένας Ολλανδός ελληνιστής και μεταφραστής. Πρόκειται για τον Δημήτρη Χατζή που τον μελετά ο Χέρο Χόκβερντα στο βιβλίο του «Μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος: Νεοελληνική παράδοση και ιδεολογία στο έργο του Δημήτρη Χατζή» (Καλλιγράφος).
Ο συγγραφέας της μελέτης ξεκλειδώνει το λογοτεχνικό και μη λογοτεχνικό έργο του Δ. Χατζή με κλειδί τη νεοελληνική ταυτότητα, την ιδεολογία και την παράδοση του τόπου.
Κλείνω με ένα βιβλίο θεωρίας, καθώς στην Ελλάδα δεν παράγουμε πολύ θεωρητικό λόγο. Ο Χρήστος Χρυσόπουλος με τον «Δανεισμένο λόγο: Δοκίμιο για την επιτελεστικότητα της λογοτεχνίας» (Οκτώ) διερευνά τι είναι αυτό που κάνει ένα λογοτεχνικό έργο διαχρονικό, τι είναι αυτό που το κάνει να επενεργεί στον εξωλογοτεχνικό κόσμο και γι’ αυτό ως λεκτική πράξη μπορεί να αφήσει το αποτύπωμά του στον αναγνώστη.
Διαβάζοντας κανείς τις μελέτες που κυκλοφορούν, ξαναδιαβάζει τη λογοτεχνία μας.
Μελετώντας τον τρόπο με τον οποίο διερευνώνται συγγραφείς και κείμενα, ξαναβλέπει την ποιότητα της πεζογραφίας και της ποίησης, αλλά και ανακαλύπτει πώς καμία ανάγνωση δεν είναι οριστική, αφού κάθε νέο βλέμμα ξαναγράφει την Ιστορία της λογοτεχνίας μας.
