«Το ποίημα / επιδιώκει να βρει το μέτρο του / τη δίχως φλυαρία φωνή / την υπεύθυνη να το συγκροτήσει / την ελαστική να το συγκρατεί» έγραφε η Ειρήνη Ρηνιώτη στην έβδομη συλλογή της Η Ανθοφορία της σιωπής. Αυτό ακριβώς πέτυχε με το πρόσφατο ποιητικό της έργο, ένατο κατά σειρά, που φέρει τον ανάλαφρο τίτλο Μια βόλτα μόνο.

Ο πόνος των ανθρώπων και των πραγμάτων, του έρωτα και της μοναξιάς, της εγκαρτέρησης και του θανάτου, το θέμα της. Ερωτας ηθελημένος και αθέλητος, ζωοδότης και πυρφόρος. Η Ρηνιώτη μετουσιώνει το ατομικό βίωμα σε κοινή εμπειρία, ακροβατώντας ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα, τη φαντασία και την πραγματικότητα. Μετεωρίζεται μεταξύ βυθού και ύψους «μία πολιτεία στο βυθό μία στα σύννεφα».
Ο βυθός, ως αναφορά στο βάθος της θάλασσας, ως «ύψος ανάστροφο του πηγαδιού το βάθος», ως βάραθρο ή ως κενό στο οποίο πέφτει κανείς.
Συχνά δίνεται μεταφορικά με εικόνα: «Το καράβι βγήκε από τον πίνακα / διέσχισε το δωμάτιο / αγκυροβόλησε στο κρεβάτι / καταποντίστηκε στ’ όνειρό μου / απ’ όπου αναδύεται δειλά / μία φυσαλίδα ποίημα» ή ακόμη «το χέρι της ζωγράφιζε πυρετωδώς / ενόσω βύθιζε το βλέμμα στον καθρέφτη». Καταβυθίσεις σε βυθούς και πυθμένες έχουμε και σε άλλες συλλογές της Ρηνιώτη.
Ρόλο καθοριστικό στη φιλοσοφία και την εικονοποιία της παίζουν η θάλασσα ως ταξίδι, φυγή, αναπόληση και ο κύκλος ως σύμβολο της αέναης κίνησης που κάνει να συναντηθούν ζωή και θάνατος, ενδοσκόπηση και εξωστρέφεια, επαφή και απομάκρυνση.
Εξάλλου η βόλτα του τίτλου τι άλλο είναι πέρα από πλήρης περιφορά γύρω από άξονα υπαρκτό ή νοητό. Βόλτα όμως είναι και μια μικρή διαδρομή με τα πόδια ή με όχημα για ψυχαγωγία. Και ερχόμαστε πάλι στην ίδια τη συλλογή, που αρχίζει και τελειώνει κυκλικά, με δύο ποιήματα σημαντικά των ποιητικών προθέσεων.
«Ποδηλασία» το πρώτο, «Κύκλος» το τελευταίο. Τα παραθέτω με τη σειρά: «Αστραφτε το ποδήλατο στον ήλιο / Μία βόλτα μόνο! Είπα / Δεν ξέρω να ισορροπώ / όμως τολμώ να πέσω για να μάθω / Αλλο αν δεν έμαθα […]». Και το τελευταίο: «Θέλω να σου χαρίσω έναν κύκλο / Στην περιφέρειά του να πατάς / για να κοιτάς ταυτόχρονα / τον μέσα και τον έξω κόσμο / Αν λαχταρήσεις τη φωτιά, κάνε τον κύκλο ήλιο / Αν επιλέξεις μοναξιά, Σελήνη ονόμασέ τον / Αν θες να στείλεις μήνυμα, χειρίσου τον σαν σφαίρα / Αν πόθο νιώσεις, κράτα τον στα δόντια σου σαν ρώγα / Αν προτιμάς αφανισμό, δέσε τον στο λαιμό σου».
Στους προσωπικούς ποιητικούς τόπους της Ρηνιώτη προστίθενται ακόμη οι άγγελοι, τα αγάλματα, τα καράβια, οι τρικυμίες, τα κρεβάτια, οι καθρέφτες. «Και η μνήμη άβατο / όσο για την ψυχή την ακούω να δέρνεται». Ποίηση αφαιρετική αλλά όχι αφηρημένη, με πρόδηλες παραπομπές στην ουσία της ζωής.
❖❖❖❖❖
Ο κάθε επιτηδευματίας ή καλλιτέχνης εστιάζει την προσοχή του σε ό,τι τον ενδιαφέρει και θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο της δουλειάς του, κοινός ο τόπος. Τι κοιτάζει στ’ αλήθεια ο ποιητής, κι αν κοιτάζει, τι βλέπει;
Γι’ αυτά αναρωτιέται και ο Μαρσέλ Προυστ στο μότο που προτάσσει ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος στο καινούργιο του βιβλίο, ένα βιβλίο ποιητικής της ματιάς και του στίχου. Ενας ποιητής αυτοπαρατηρείται και αυτοαναλύεται, με αρκετή δόση ειρωνείας, αυτοσαρκασμού και περιπαικτικής διάθεσης, καταφέρνοντας τελικά να οριοθετήσει το τοπίο της έμπνευσης.

Τα ποιήματα, διαρθρωμένα σε τρεις ενότητες, μιλούν για τις απλές στιγμές του βίου, για τις αλλαγές των εποχών και τη φύση, για τον χρόνο και τον έρωτα. «Με την πρώτη λιακάδα του Ιανουαρίου» τιτλοφορείται η πρώτη ενότητα, στιγμές καθημερινότητας και ασκήσεις επαναληπτικών θεμάτων.
«Η ζωή μέσα στο ποίημα» η δεύτερη, ζωή και τέχνη μπλέκονται αξεδιάλυτα, κάποτε απειλητικά, το ερώτημα σταθερό: ποια αντιγράφει την άλλη; Ποίημα και αφορμή ποιήματος ανταλλάσσουν ταυτότητες. «Μικρά θαύματα του καλοκαιριού» η τρίτη, η πιο ερωτική και ερωτογενής απ’ όλες.
Ενα κλίμα έντονου ερωτισμού, μέχρι εμμονής, διασπείρεται γενικώς ανάμεσα στους στίχους, ενώ δεν λείπει ο φυσιολατρικός χαρακτήρας, ακρογιαλιές και ηλιοβασιλέματα, μυρωδιές εσπεριδοειδών και άλλες, ήχοι πουλιών και σύννεφα, φεγγάρια και βραδινές βόλτες. Συχνά ο ποιητής αναφέρεται στο τι του αρέσει και τι αποτελεί πηγή έμπνευσης γι’ αυτόν.
Απαριθμώντας τις αρέσκειες ή τις στιγμές που τον σημάδεψαν δίνει απάντηση στο δυνάμει ερώτημα ή στην αποφατική πρόθεση του τίτλου: Τι κοιτάζει στ’ αλήθεια ο ποιητής.
Για παράδειγμα το ποίημα «Μικρές αγάπες»: «Αγαπάω τα μικρά ποιήματα, την ΙΟΝ αμυγδάλου, / τις Περιπέτειες του Τομ Σόγερ, τη μηλόπιτα, / τις άκοπες σελίδες των βιβλίων, τα Playmobil, / τις αμυγδαλιές – ακόμη κι αν δεν είναι ανθισμένες, / τα σύννεφα, τις φυσαρμόνικες, τον Λουίς Μπουνιουέλ». Η αμυγδαλιά ανήκει στα αγαπημένα του: «Ακούγεται ασήμαντο για φιλοδοξία / και ξεπερασμένο και ρομαντικό, / μα δεν είναι άσχημο για πεπρωμένο: / να μείνω στη μνήμη των ανθρώπων / ως εκείνος που κάθε χρόνο / έγραφε για τις αμυγδαλιές / λες και τις έβλεπε πρώτη φορά» (σ. 19).
Αρκετές οι διακειμενικές αναφορές του. Κάποτε ερμηνεύει συναισθήματα ηρώων σε λογοτεχνικά έργα ή χρησιμοποιεί ως πηγή έμπνευσης αποσπάσματα άλλων λογοτεχνών.
Μια ποιητική συλλογή με μεράκι και έμπνευση, με έντονο συναίσθημα και αισθαντική ματιά, με γλωσσικό πλούτο και μετρική πολυμορφία που αντλεί το υλικό της απ’ ό,τι αγαπά ο ποιητής: «Ούτε σήμερα κατάφερα να περπατήσω πάνω στα νερά, / που είναι το πιο αγαπημένο μου απ’ όλα τα θαύματα. / Τα άλλα δύο είναι ο έρωτας και η ποίηση».
