Λογικό και θυμικό
Σαφώς η δημοκρατία δεν είναι γενετικό φαινόμενο αλλά μια σύλληψη του ανθρώπινου όντος, μια ιδέα την οποία το ον καλείται να εκτελέσει, προβάλλοντας το λογικό και τιθασεύοντας το σκοτεινό και ανέλεγκτο θυμικό, στις καθημερινές του σχέσεις, όσο βεβαίως καθίσταται αυτό δυνατό. Στη διαδικασία αυτή δημιουργούνται αρχές και αξίες που θεμελιώνουν τη συνύπαρξη και την ειρηνική διαβίωση, παίρνονται αποφάσεις με περίπου καθολικό χαρακτήρα (θεσμοί, νόμοι, δίκαιο, εκπαίδευση, ισονομία και λοιπά).
Ζητούμενο σε όλη αυτή τη μοναδική διαδικασία είναι η ελευθερία και κατά πόσον αυτή προστατεύεται από την προηγούμενη θωράκισή της. Δεν νοείται δημοκρατία χωρίς ελευθερία – και το αντίθετο.
Η εξουσία, όμως, που καλούνται να ασκήσουν όσοι εκλέγονται ή ψηφίζονται, οδηγεί πολλούς απ΄ αυτούς σε αυθαιρεσίες και αδικίες με αποτέλεσμα το οικοδόμημα της δημοκρατίας να κλονίζεται και ενίοτε να καταρρέει. Η αρχομανία και η απληστία φαίνεται να χαρακτηρίζουν τα μύχια του ανθρώπου και αυτό είναι το στοίχημα για την ανθρωπότητα. Μπορεί να εφεύρει κανόνες που θα αποτρέψουν την αγριότητα των μύχιων;
Η επικράτηση ομάδων πίεσης σε μια δημοκρατικά θεσμισμένη κοινωνία ανατρέπει το ιδεατό της ειρηνικής συνύπαρξης, τα συμφέροντα των λίγων επισκιάζουν το φως της ισότητας και των δικαιωμάτων. Οι ίδιοι οι άνθρωποι καλούνται να λύσουν αυτό το πρόβλημα αλλά δεν φαίνονται διατεθειμένοι, κυρίως αυτοί που κατέχουν τις θέσεις εξουσίας αλλά και όσοι κινούνται στις παρυφές της. Ο πλούτος παύει να ισομοιράζεται και τα αγαθά παράγονται από πολλούς για λίγους.
Αναφύεται έτσι ένας ανθρωπολογικός τύπος που δεν βασίζεται στην αλληλεγγύη και στην αλληλοβοήθεια παρά στον άκρατο ευδαιμονισμό – ωφελιμισμό – ηδονισμό.
Ο δρόμος προς τη δημοκρατία γίνεται σκολιός και επικίνδυνος για την πλειονότητα. Μπορεί να υπάρξει ένας «ανθρώπινος» χαρακτηρολογικός τύπος; Μπορούμε να σώσουμε την παραπαίουσα δημοκρατία; Μπορεί η κοινωνία να κατακτήσει το αυτεξούσιό της; Ολα είναι δυνατά όταν υπάρχει βούληση…
Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος
Από τους μακρινούς χρόνους που ο Ηρόδοτος ταξίδευε στις βαρβαρικές χώρες, θεωρίας ένεκεν, η δυτική σκέψη απέκτησε μια σταθερά προβληματικής, το περιεχόμενο της οποίας ήταν αδρομερώς το εξής: ποια είναι η αξία των άλλων πολιτισμών, και επιπλέον τι μπορούνε αυτοί να μας πουν για τον δικό μας πολιτισμό;
Η ανακάλυψη των Νέων Χωρών εμπλούτισε τον προβληματισμό παρέχοντας, για παράδειγμα, το πραγματολογικό υλικό για τις θεωρίες του Φυσικού Δικαίου («ο κόσμος όλος ήταν κάποτε Αμερική» κατά τη λοκιανή φράση), αλλά και τον εμβάθυνε, ως εξής: οι κραδασμοί που προκαλούσαν οι έως τότε προς εξέταση πολιτισμοί μπορούσαν λίγο έως πολύ να απορροφηθούν, καθώς αυτοί γινόντουσαν έστω και αδρά αντιληπτοί στη βάση των ευρωπαϊκών ηθικών και αξιακών προκείμενων και των θεσμικών τους εκφράσεων.
Τι μπορούσε όμως να σημαίνει για τη νομιμοποίηση των θεμελιωδών αξιών του δυτικού κόσμου η ύπαρξη ανθρώπινων κοινωνιών, οι αξίες των οποίων φαίνονταν να ήταν διαμετρικά αντίθετες προς αυτές της Ευρώπης; Πού ακριβώς λόγω της υπερβατικής θεμελίωσής τους απαιτούνταν η καθολικότητά τους; Πώς, για παράδειγμα, μπορούσε να αντιμετωπίσει ο Δυτικός άνθρωπος παραδείγματα λαών, που ο Καστοριάδης αγαπούσε να αναφέρει, όπως οι «Ινδιάνοι Κουακιούτλ, οι οποίοι μαζεύουν τα πλούτη για να μπορέσουν να τα καταστρέψουν ή οι Ινδιάνοι Ζούνι [για τους οποίους] η ιδέα να επιδιώξουν την εξουσία και την αρχή θα ήταν τρέλα» (1);
Το 1923 ο Μαρσέλ Μως (Marsell Mauss) δημοσιεύσει το σημαντικότερο κείμενό του, Το Δώρο (2), τα συμπεράσματα του οποίου φαίνονταν να αμφισβητούν ευθέως ως προς την αξίωση καθολικότητας μια θεμελιώδη θεωρητική συνιστώσα του δυτικού πολιτισμού, τον ωφελιμισμό, και τον ανθρωπολογικό τύπο που στηρίχτηκε πάνω της, τον homo economicus.
Το 1981 στη Γαλλία, μια ομάδα ανθρωπολόγων και άλλων κοινωνικών επιστημόνων, που εμπνέονταν από το έργο του Μως και διακηρυγμένοι αντι-ωφελιμιστές, συστήνουν την ομάδα Mauss (Mouvement Anti-Utilitariste dans les Sciences Sociales, Αντιωφελιμιστικό Κίνημα στις Κοινωνικές Επιστήμες). Μια συζήτηση μεταξύ μελών της ομάδας Mauss και του Κορνήλιου Καστοριάδη μας προσφέρει ο καθ’όλα αξιέπαινος εκδοτικός οίκος Στάσει Εκπίπτοντες.
Η συζήτηση έλαβε χώρα τον Δεκέμβριο του 1994 και περιστράφηκε γύρω από θέματα που σήμερα θα αναγνωρίσουμε ως τραγικά επίκαιρα, ιδιαιτέρως την επανεμφάνιση με πρωτόγνωρη μάλιστα μορφή του ακραίου ισλαμικού εξτρεμισμού.
Η εξήγηση που δίνει ο Καστοριάδης, πως η επανεμφάνιση αυτή οφείλεται στην πνευματική χρεοκοπία του δυτικού πολιτισμού και στη μη ελκυστικότητα των βασικών του αξιών, όπως η δημοκρατία και η ανεκτικότητα, έρχεται ως κατακλείδα στη συζήτηση περί του πολιτισμικού σχετικισμού.
Ο πολιτισμικός σχετικισμός αποτελεί παράγωγο και προνόμιο του δυτικού κόσμου, καθώς μόνος αυτός μπορεί να αναγνωρίσει τη διαφορετικότητα και τελικά την ισότητα των πολιτισμών, και που παρ’όλα αυτά είναι υποχρεωμένος να εξαιρέσει τον εαυτό του λόγω της προτεραιότητας που του δίδει το στοιχείο της Αυτοκριτικής, της Αυτοεξέτασης.
Οι αξίες, δηλαδή, που θεμελιώνουν την ελληνική Δημοκρατία, και μάλιστα ως γεγονός μοναδικό στην πολιτική ιστορία της ανθρωπότητας.
Η επιμονή του Καστοριάδη σε αυτό το σημείο δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, καθώς έρχεται ως συνέπεια της βασικής του θέσης πως η Δημοκρατία είναι αποτέλεσμα του θεσμίζοντως φαντασιακού, ένα ανθρώπινο δημιούργημα, μια πολιτική εφεύρεση.
Ως τέτοια δεν μπορεί παρά να είναι τυχαία διαπίστωση που βρίσκεται σε συμφωνία με άλλη μια θέση που υποστηρίζει στη συζήτηση ο Καστοριάδης, ότι η Δημοκρατία δεν είναι φυσική, μπορούμε μόνο να τη φανταστούμε και να την επιβάλουμε. Αντίθετα, αυτό που είναι φυσικό για την ανθρωπότητα είναι η τάση της προς την ετερονομία. Μια ροπή που μπορεί να αποτραπεί, να εκτραπεί προς τη Δημοκρατία μόνο μέσω της παιδείας που θα δημιουργεί τον δημοκρατικό πολίτη.
Και αν φυσικά για τον Καστοριάδη Δημοκρατία δεν μπορεί παρά να είναι η άμεση δημοκρατία, για τους Αλάν Καγιέ και Σαντάλ Μουφ αυτή η ταύτιση είναι προβληματική, καθώς η άμεση μορφή της δημοκρατίας δεν εγγυάται τη διασφάλιση της ατομικής ελευθερίας.
Η διαφωνία αυτή καλύπτει το τελευταίο κομμάτι της συζήτησης, με τα δύο μέλη του Mauss να επιχειρηματολογούν υπέρ ενός μικτού, άμεσου και έμμεσου, δημοκρατικού πολιτεύματος. Και αν χρειάζεται να κρατηθεί μια κατακλείδα από αυτήν την ενδιαφέρουσα συζήτηση για εμάς δεν μπορεί παρά να είναι τούτα τα λόγια του Καστοριάδη: «Είναι παράλογο να μιλά κανείς για μια κοινωνία που αυτοθεσμίζεται, αν δεν υπάρχουν ήδη θεσμισμένες μορφές που να επιτρέπουν την αυτοθέσμιση».
(1). Κορνήλιος Καστοριάδης, «Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας», Κέδρος, Αθήνα 1978, σελ. 43.
(2). Μαρσέλ Μως, «Το δώρο. Μορφές και λειτουργίες της ανταλλαγής», Καστανιώτης, Αθήνα 1979.
* υποψήφιος διδάκτορας Πολιτικής Θεωρίας
