Το ότι ο τουρισμός είναι το ψωμί μας το γνωρίζουμε από παλιά κι ολοένα γίνεται και πιο αισθητό, έστω με επώδυνο τρόπο, τα τελευταία χρόνια της δυσπραγίας. Οταν ο Β. Κολώνας ανέλαβε να γράψει το δίγλωσσο βιβλίο που του παράγγειλε η Ενωση Ξενοδόχων Θεσσαλονίκης, με τα 83 μέλη της, για να γιορτάσει τα 100 χρόνια από την ίδρυσή της, ήξερε καλά, και το δήλωσε φαρδιά-πλατιά στην αρχή της εισαγωγής του: «Τα ξενοδοχεία της Θεσσαλονίκης αποτελούν ένα γοητευτικό θέμα για τον ιστορικό της πόλης».
Ηταν ο κατάλληλος άνθρωπος για την κατάλληλη δουλειά και είναι φανερό πως την εκμεταλλεύτηκε αυτή την ευκαιρία, στραγγίζοντας τα απύθμενα αποθέματα υλικού και ευδιαθεσίας που διαθέτει αυτός ο ακάματος ιστορικός της αρχιτεκτονικής.
Γιατί δεν είναι μόνο ακάματος, αλλά είναι κι ο πιο κατάλληλος να μιλήσει για τη Θεσσαλονίκη, που την πολιορκεί εδώ και χρόνια από πολλές πλευρές, χωρίς να εξαντλεί το κέφι του για δουλειά – καλύτερα, για την απόλαυση της δουλειάς.
Γιατί ο Κολώνας είναι μάλλον ο πιο εργατικός ιστορικός που διαθέτουμε. Και το έχει αποδείξει. Επιπλέον, είναι κι ο πιο απενοχοποιημένος, καθώς δεν νιώθει τύψεις που διερευνά με τόση συνέπεια την «παρακμασμένη» προπολεμική αρχιτεκτονική – σε αντίθεση σε όσους φανατικά ασχολούνται με τη μοντέρνα, που τη διαδέχτηκε μεταπολεμικά.
Ο Κολώνας απολαμβάνει την ενασχόλησή του με τον «εκλεκτισμό», όπως προτιμά τον όρο από τα γαλλικά, στην αρχιτεκτονική. Δηλαδή, με όλη εκείνη την κάποτε απίστευτα «υπερβολική χρήση του διακόσμου», όπως τη λέει, που συνηθιζόταν στη Θεσσαλονίκη πριν από την πυρκαγιά του 1917, εκείνη που μετέτρεψε το κέντρο της πόλης σε αποκαΐδια.
Ετσι γίνεται απόλυτα πειστικός όταν εξυμνεί το ξενοδοχείο-αριστούργημα της παραλιακής λεωφόρου Νίκης, το Mediterranean Palace, το «καύχημα και αγλάισμα της αναγεννηθείσης Μακεδονικής πρωτευούσης», που προβάλλεται με όλη του τη λάμψη σε δισέλιδη φωτογραφία (σ. 122).
Σήμερα γκρεμισμένο, το θρυλικό αυτό ξενοδοχείο, έτσι όπως προβάλλει μέσα από παλιές φωτογραφίες εποχής, δικαιολογεί τη φήμη του. Πλάι του, μια άλλη όμορφη φωτογραφία, της Εγνατίας οδού του 1930 (σ. 86), μας προσφέρει μια γεύση βαλκανικού κοσμοπολιτισμού στον Μεσοπόλεμο, που απουσίαζε εντελώς από την Αθήνα.
Η μετάβαση στη σύγχρονη περίοδο, με την οποία καταπιάνεται ο Κολώνας με ανάλογη φροντίδα, μας προσφέρει πιο οικείο ίσως θέαμα αλλά με φανερά λιγότερη αίγλη. Ελάχιστα πια ξενοδοχεία, οσοδήποτε καλύτερα εξοπλισμένα και άψογα λειτουργικά είναι, μπορούν ν’ ανταγωνιστούν τα παλιά: λες και η σημασία της πόλης συρρικνώθηκε, υποβαθμίστηκε.
Κάτι που αντανακλάται στα ξενοδοχεία που χτίζονται ή ανακαινίζονται σε αυτή την περίοδο. Μπορεί το εντυπωσιακό Macedonia Palace (πρώην ΤΑΠ-ΟΤΕ), που δεσπόζει στο παραλιακό μέτωπο, ή τα Ηλέκτρα Παλάς, Καψής και Κάπιτολ μέσα στον ιστό, να επιβάλλονται με το καθαρό τους σχήμα, ή τα πιο αποκεντρωμένα ξενοδοχεία πάνω σε τουριστικές εγκαταστάσεις να εκφράζουν μια νέα δυναμική, αλλά τη σφραγίδα στην πόλη έχουν βάλει οι συστοιχίες από όλων των ειδών τα ξενοδοχεία που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν την Εγνατία, ιδίως τη νύχτα (σ. 278).
Το πέρασμα στον 21ο αιώνα προσφέρει μια νέα ώθηση στον κλάδο: τα απόκεντρα Hyatt Regency και Nikopolis-Kempinski, ακόμα και τα The Met και Daios Luxury Living μέσα στην πόλη, έχουν έναν άλλο αέρα – επιτέλους έπαψαν τα ξενοδοχεία να θυμίζουν πολυκατοικίες. Για την τελευταία αυτή περίοδο, ο Κολώνας είναι επιφυλακτικός.
Σέβεται τον γνωστό κανόνα για κάθε ιστορικό, να κρατάει μια «απόσταση ασφαλείας» από την εποχή «που αγγίζει το σήμερα». Είναι υποχρεωμένος να καταγράψει όλες τις τελευταίες εξελίξεις του κλάδου, όμως την ίδια στιγμή είναι φειδωλός σε χαρακτηρισμούς, πέρα από τα αντικειμενικά δεδομένα της κάθε περίπτωσης.
Η παρουσίαση αυτού του βιβλίου θα ήταν λειψή αν δεν σφυγμομετρούσε, τέλος, τον κεντρικό στόχο του, εκείνο που ο Κολώνας ορίζει ως την ανάδειξη των ξενοδοχείων της Θεσσαλονίκης «ως διαχρονικά σημεία αναφοράς της εικονογραφίας της».
Και εκεί βρίσκεται στο στοιχείο του, όπως έχει αποδείξει και σε άλλα βιβλία του, καθώς κοιτάζει τα ξενοδοχεία ως «επίλεκτους χώρους κοινωνικών εκδηλώσεων, πολιτικών συγκεντρώσεων, επιδείξεων μόδας, εκθέσεων και συνεδρίων» (σ. 183), ψάχνοντας τις «αναφορές στη λογοτεχνία, στο θέατρο ή τον κινηματογράφο» (σ. 163) και προσφέροντας μια αλησμόνητη συμβολική εικόνα, εκείνη των ζευγαριών που στροβιλίζονται, ντυμένοι επίσημα, στον χορό των Ανεμώνων στο Μεντιτερρανέ το 1957 (σ. 154).
Η Θεσσαλονίκη παλεύει με όλες της τις δυνάμεις να εκσυγχρονιστεί και να διεκδικήσει μέρος της τουριστικής ανάπτυξης της χώρας, προσπαθώντας να ανοιχτεί πέρα από τον εγχώριο τουρισμό της (το 65% του συνόλου).
Το στοίχημα έχει πολλές πλευρές, είναι γνωστές οι πρόσφατες προσπάθειες που γίνονται ώστε η πόλη να ανακτήσει τον χαρακτήρα που δικαιωματικά της ανήκει και να ξαναμπεί στον χάρτη. Τα ξενοδοχεία της είναι το πιο χειροπιαστό σύμβολο αυτής της προσπάθειας και η καταγραφή τους από τον Κολώνα μάς προσφέρει την πιο άρτια ιστορική υποδομή της.
