Βιβλία στο προσκέφαλο
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις
Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.
Δοκιμιογράφος και κριτικός λογοτεχνίας με ιδιαίτερο βάρος και γλωσσικό στίγμα στο μεταπολιτευτικό λογοτεχνικό τοπίο, ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου ξετυλίγει το αναγνωστικό κουβάρι της ζωής του. Συστρέφοντας βιογραφικές λεπτομέρειες και αναγνωστικές εμμονές, μας φανερώνει τις σελίδες (περιπετειώδεις, αισθησιακές, πολιτικές, ενδοσκοπικές) που τον καθόρισαν κυρίως στην πρώτη νιότη – εκεί που μπαίνουν και τα θεμέλια της αναγνωστικής προοπτικής και ωρίμανσης.
Επειτα από δεκαετίες αναγνωστικής εμπειρίας, έχω συνειδητοποιήσει πως τα λογοτεχνικά βιβλία, τουλάχιστον στην πρώτη, αδιαμεσολάβητη επαφή μαζί τους, δεν είναι ούτε οι ιδέες ούτε η τεχνική τους, αλλά οι εσωτερικές αισθήσεις τις οποίες κινητοποιούν.
Το ψυχανεμιζόμουν αυτό όταν μικρό παιδί περπατούσα στο Δάσος του Σέργουντ μαζί με τον Ρομπέν και τους συντρόφους του, παρακολουθώντας τις παραξενιές του Τζονάκη (έτσι απέδιδε η μετάφραση του αντιτύπου μου τον Little John) ή θαυμάζοντας τη μεγαλοσύνη του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου; Τίποτε, βέβαια, δεν μπορεί να ψυχανεμιστεί για τις αφηγηματικές λειτουργίες ένα δεκάχρονο αγόρι – έχει, όμως, μιαν ανεπανάληπτη ικανότητα: να τις ζήσει σαν να συνιστούν μέρος της καθημερινής του ύπαρξης.
Με τον ίδιο τρόπο καβάλησα εν συνεχεία τις αγριόπαπιες του Νιλς Χόλγκερσον και της Σέλμα Λάγκερλεφ, ατενίζοντας τα αχανή σκανδιναβικά τοπία, με τον ίδιο τρόπο ταξίδεψα και από τη μια άκρη του πλανήτη στην άλλη, βυθισμένος στις πιο διαφορετικές ιστορικές περιόδους, όταν ξεκίνησα να διαβάζω με κομμένη την ανάσα τις περιπέτειες του Αλκη στο Ημουν κι εγώ εκεί, τη σειρά που έγραψε η Γεωργία Ταρσούλη για να διανεμηθεί μέσω του ROL.

Οσο για τα άλλα ταξίδια, τα ταξίδια που μου χάρισε ο Ιούλιος Βερν (πώς να φανταστώ τότε την έννοια «ημιτελές έργο» ολοκληρωμένο από κάποιον άλλο), δεν με μάγεψαν τόσο ούτε Η Μυστηριώδης Νήσος και Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος ούτε ο Ροβήρος ο κατακτητής (το τελευταίο λιγότερο απ’ όλα) όσο το Ταξίδι στο κέντρο της γης – όνειρο άπιαστο μέχρι τις ημέρες μας και ίσως και εις το διηνεκές.
Και μετά ήρθαν, σχεδόν ταυτοχρόνως, η εφηβεία και οι Μεγάλες προσδοκίες του Ντίκενς. Θυμάμαι μια νύχτα αργά τον Νοέμβριο τους γονείς μου να γιορτάζουν τα γενέθλια του πατέρα μου κι εμένα ν’ αγωνιώ για το πότε θα εξαφανιστώ από το σαλόνι για να επιστρέψω στο δωμάτιό μου, όπου έπρεπε να συμπαρασταθώ στον Πιπ για τις συνεχείς του διαψεύσεις από την ψηλομύτα Εστέλλα.
Και κοντά στον Ντίκενς ένα ελληνικό μυθιστόρημα για το πέρασμα από τα παιδικά χρόνια στην ενηλικίωση (το ηλικιακό μεταίχμιο στο οποίο βάδιζα αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση): Eroica του Κοσμά Πολίτη.
Και ιδού αίφνης που η λογοτεχνία δεν ήταν μόνο μύθος, δράση και πρόσωπα, αλλά και γράψιμο – γράψιμο με δύσκολα μυστικά και κρυφές εισόδους, που θα μου άνοιγαν τα προσεχή χρόνια τον δρόμο για εντελώς καινούργια, απάτητα κεφάλαια: τον ρομαντισμό, τον νατουραλισμό και κυρίως τον μοντερνισμό. Λίγο νωρίτερα, όμως, κι όταν τέτοιες έννοιες είναι για την ώρα πολύ μακριά, θα με συνεπάρει ο μελοδραματισμός και ταυτοχρόνως το πνεύμα μαύρης κωμωδίας στην Πρώτη αγάπη του Ιωάννη Κονδυλάκη.
Ο μοντερνισμός πάντως της Eroica θα αποδειχθεί καθοριστικός. Θα προετοιμάσει τη δική μου ενηλικίωση, θα προαναγγείλει τα διαβάσματα της πρώτης-πρώτης μου νιότης: τη Βουή και το πάθος (το μεταφέρω στην τοτινή του μετάφραση) και το Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ του Φόκνερ, καθώς και τις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα.
Και μολονότι δεν είμαι ακόμη σε θέση να ονοματίσω τον εσωτερικό μονόλογο και τη ροή της συνείδησης, παρασύρομαι σε ασύγγνωστα βάθη από την έντασή τους. Καλοκαίρι (το πρώτο καλοκαίρι που κάνω διακοπές χωρίς τους γονείς μου) στο προαύλιο μιας μικρής εκκλησίας με θέα το λιμάνι της Πάτμου κι είναι αδύνατον να παρατηρήσω το φως και τα χρώματα του Αιγαίου που με αγκαλιάζουν από παντού. Γιατί το άπαν της προσοχής μου έχει συγκεντρωθεί στο φοκνερικό παιχνίδι της γλώσσας.
Παιχνίδι που θα με κατακλύσει και το αμέσως προηγούμενο ή το αμέσως επόμενο (είναι αδύνατον πια να θυμηθώ) καλοκαίρι, όταν αυτή τη φορά θα βρεθώ με τους γονείς μου στη Σοβιετική Ενωση, όπου ο πατέρας μου ήταν συχνά προσκεκλημένος ως αριστερός συνδικαλιστής. Και τι κάνω στο Λένινγκραντ όπου μας φιλοξενούν; Αφήνω τη βραδινή βόλτα στα νερά του Νέβα για να γυρίσω στο ξενοδοχείο και να ακούσω ξανά και ξανά, διαβάζοντας τη Λέσχη, τον στριγκό μονόλογο της φράου Φέλντμαν με αόρατο ακροατήριό της τα παραδαρμένα Ιεροσόλυμα.
Ολα τα υπόλοιπα ακολούθησαν: η φιλοσοφία, η πολιτική επιστήμη και η κοινωνιολογία, που έπαιξαν μεγάλο ρόλο στον τρόπο της σκέψης μου, η κριτική και η θεωρία της λογοτεχνίας, ο Δάντης, ο Σολωμός, ο Σεφέρης και ο Σαχτούρης, οι Γερμανοί ρομαντικοί, η ελληνική, η γαλλική και η βρετανική γραμματεία του 19ου και του 18ου αιώνα, το αμερικανικό μυθιστόρημα, ο Κοραής και ο Μοισιόδαξ.
Δεν θα μιλήσω, ωστόσο, για όσα ανήκουν σε μιαν εντελώς διαφορετική περίοδο: την περίοδο κατά την οποία το βιβλίο γίνεται οργανικό στοιχείο της κοινωνικής μου ταυτότητας και στυλοβάτης της επαγγελματικής μου σταδιοδρομίας. Είναι μια περίοδος την οποία δεν εμπιστεύομαι ως τοπίο ανίχνευσης σημαδιακών (να πω σωματικών;) αναγνώσεων, με πολλαπλές παγίδες για το τι όντως με διαμόρφωσε και με επηρέασε.
Είναι μια περίοδος που το βιβλίο θα πάψει να αποτελεί για τη ζωή μου κάτι σαν φυσική αναπνοή, θα σταματήσει να εγείρει τις αισθήσεις μου με ασυγκράτητη δύναμη και ορμή – όπως ξεσπά η νιότη σ’ έναν μόλις αφυπνισμένο οργανισμό.
