ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κώστας Καρακώτιας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Επανάσταση του 1821, παρά την τεράστια και πολλαπλή βιβλιογραφία γι’ αυτήν, παραμένει, ακόμα, ένα ερευνητικό πεδίο με πολλά ζητήματα ανοικτά. Η στάση των προεστών είναι ένα από αυτά. Στη λαϊκή δε πρόσληψη της εγχώριας ιστορίας, οι προεστοί καταγράφονται έντονα αρνητικά και ως αντίθετοι στην επανάσταση. Ισχύει όμως μια τέτοια άποψη;

Ο ιστορικός Δημήτρης Μπαχάρας, στο τελευταίο του βιβλίο με τον τίτλο Πώς και γιατί φτάσαμε στην Ελληνική Επανάσταση. Ιστορίες προυχόντων πριν από το 1821, ερευνά ακριβώς αυτό το ζήτημα και όχι μόνο. Για τη διερεύνησή του, ανιχνεύει και καταγράφει την πορεία και τις κινήσεις τριών οικογενειών προκρίτων και σκιαγραφεί παράλληλα μια κοινωνική τοιχογραφία της προεπαναστατικής Πελοποννήσου. Πρόκειται για τις οικογένειες Περρούκα από το Αργος, Χαραλάμπη από τα Καλάβρυτα και τη Βοστίτσα και Κανακάρη-Ρούφου από την Πάτρα. Ο συγγραφέας ξεκινά με τη γενεαλογία τους, παρακολουθεί τις διαδρομές τους στον χρόνο και στον χώρο της Πελοποννήσου και αλλού, περιγράφει τις πολλαπλές οικονομικές δραστηριότητές τους, από τις καλλιέργειες και το εμπόριο μέχρι τους δανεισμούς και τις εισπράξεις των φόρων, στέκεται στις διασυνδέσεις τους με την τοπική οθωμανική εξουσία αλλά και με το περιβάλλον του σουλτάνου,τονίζει τις πολύμορφες συνεργασίες τους με τους Τούρκους μεγαλοκτηματίες της περιοχής και αναδεικνύει τη διαφορά τους από τους υπόλοιπους Ελληνες και την εκμεταλλευτική σχέση μαζί τους. Παρακολουθεί ακόμα και τη στάση τους απέναντι στον οξύτατο ανταγωνισμό, που συχνά έφτανε έως την άμεση σύγκρουση, μεταξύ άλλων μεγάλων ελληνικών οικογενειών της Πελοποννήσου, τον οποίο και περιγράφει. Από τη μια μεριά ήταν η οικογένεια Δεληγιάννη και απ’ την άλλη οι αντίστοιχες των Λόντου και Ζαΐμη.

Ο σκληρός αυτός ανταγωνισμός άγγιζε και ενέπλεκε και την τοπική οθωμανική εξουσία, πολλούς αγάδες, αλλά και τα παρασκήνια της Υψηλής Πύλης. Τραγική συνέπειά του ήταν οι αποκεφαλισμοί των αρχηγών των οικογενειών, του Σωτήρη Λόντου το 1812 και του Γιαννάκη Δεληγιάννη το 1816. Οι οικογένειες Περρούκα, Χαραλάμπη και Κανακάρη-Ρούφου ήταν σύμμαχοι των Δεληγιάννηδων και μετά την πτώση τους, που ακολούθησε την εκτέλεση του αρχηγού τους, υπέστησαν και αυτές πολλαπλές συνέπειες. Τα επόμενα χρόνια όμως αυτονομήθηκαν και κατόρθωσαν να αναπτυχθούν οικονομικά, να διατηρήσουν τις σχέσεις με τους μεγάλους Τούρκους αγάδες και να πετύχουν το 1817 και την εκδίωξη του τότε πασά της Πελοποννήσου γιατί δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους. Το διακύβευμα όλων αυτών των κινήσεων και των συγκρούσεων των μεγάλων οικογενειών ήταν η διατήρηση και η ισχυροποίηση της θέσης τους στο πολύπλοκο πολιτικό και οικονομικό σύστημα της οθωμανικής εξουσίας στην Πελοπόννησο.

Ο Μπαχάρας, με όσα διερευνά και εξιστορεί, αναδεικνύει το γεγονός ότι οι πρόκριτοι δεν ήταν ενιαίο σώμα με κοινές συμπεριφορές και επιδιώξεις αλλά με σφοδρές αντιθέσεις και συγκρουόμενα συμφέροντα σε πολλά επίπεδα. Παρ’ όλα αυτά, το 1809, τονίζει, συμμετείχαν, μαζί με επιφανείς Τούρκους αγάδες, σε ένα σχέδιο αυτονόμησης της Πελοποννήσου από την Οθωμανική Αυτοκρατορία υπό την αιγίδα του Ναπολέοντα, που δεν τελεσφόρησε. Ετσι, πολύ περισσότερο, το 1821, παρά τις έντονες εσωτερικές αντιθέσεις τους, οι πρόκριτοι συμμετείχαν στην Επανάσταση οικονομικά και στρατιωτικά. Το ίδιο, όπως καταδεικνύει ο συγγραφέας και οι οικογένειες Περρούκα, Χαραλάμπη και Κανακάρη-Ρούφου, παρά τις επιφυλάξεις τους και τις φοβίες τους για τις μετεπαναστατικές ενδεχόμενες κοινωνικές ανακατατάξεις.

Γιατί όμως οι προεστοί, παρόλο που είχαν μια υψηλή θέση στην κοινωνική ιεραρχία της προεπαναστατικής Πελοποννήσου, επέλεξαν τη συμμετοχή τους σε ένα αβέβαιο και ριψοκίνδυνο εγχείρημα όπως η Επανάσταση; Ο Μπαχάρας θεωρεί ότι η επιλογή αυτή οφείλεται σε έναν συνδυασμό διαφόρων λόγων. Ο πρώτος ήταν η αστάθεια και η γενικευμένη φθορά του οθωμανικού πολιτικού πλαισίου στην Πελοπόννησο. Η δυνατότητα άσκησης αυτόνομης εξουσίας από τους τοπικούς Οθωμανούς αξιωματούχους, αν και επέτρεπε στους προκρίτους να συμμετέχουν και αυτοί στο όλο πολιτικό σύστημα, είχε οδηγήσει στη δημιουργία ενός καθεστώτος ανασφάλειας και διαφθοράς, δυσβάστακτο οικονομικά πλέον. Αλλος λόγος ήταν η αυξανόμενη οικονομική στενότητα των προυχόντων, που οφειλόταν στην πτώση του εμπορίου της σταφίδας και της ναυτιλίας, στην αδυναμία δανεισμού τους και στην απαίτηση της Υψηλής Πύλης για άμεση καταβολή των οφειλών σε αυτήν. Ενας άλλος σημαντικός λόγος ήταν η ανάπτυξη της παιδείας και η συμβολή των προεστών σε αυτήν. Πολλοί από τους προύχοντες χρηματοδοτούσαν τη δημιουργία σχολείων και βιβλιοθηκών σε πόλεις της Πελοποννήσου. Αρκετοί είχαν μια ευρύτερη παιδεία, ήταν συνδρομητές και αναγνώστες βιβλίων, θαυμαστές του Κοραή και βέβαια αποδέκτες των ιδεών του Διαφωτισμού και της μετακένωσής τους στον ελλαδικό χώρο. Αρχισε έτσι να συντελείται η συγκρότηση μιας εθνικής συνείδησης πλέον και η πρόσληψη της έννοιας της πατρίδας πέρα από τις μέχρι τότε στενές τοπικιστικές αντιλήψεις. Αυτήν την πολιτική, οικονομική και ιδεολογική συγκυρία συνάντησε η Φιλική Εταιρεία στην Πελοπόννησο και την πυροδότησε περισσότερο και καταλυτικά. Πρότεινε ένα επαναστατικό σχέδιο και κάλεσε τους διαρκώς αντιμαχόμενους μεταξύ τους προεστούς να ομονοήσουν και να συμμετάσχουν. Ο συγγραφέας καταλήγει ότι οι τρεις οικογένειες των προυχόντων που διερευνά, αλλά και οι περισσότεροι από τους προεστούς με τους οποίους διασταυρώνονται οι πορείες τους, συμμετέχουν εν τέλει στο επαναστατικό εγχείρημα επειδή, μαζί με όλα τα άλλα, βλέπουν πλέον σ’ αυτό την αναπαραγωγή των συμφερόντων τους.

Ο Μπαχάρας αναπτύσσει διεξοδικά την έρευνά του, τεκμηριώνει τις διαπιστώσεις του με αναφορές στην υπάρχουσα βιβλιογραφία, ανατρέπει αρκετά ιστορικά στερεότυπα και τελικά με το βιβλίο του συνεισφέρει στην κατανόηση του γεγονότος της Ελληνικής Επανάστασης.