Στα μυθιστορήματα του Τζόναθαν Κόου η Βρετανία, κατ’ επανάληψη, προβάλλει όχι μόνο ως φόντο, αλλά και ως κεντρικός χαρακτήρας. Από το «Τι ωραίο πλιάτσικο!» μέχρι τη «Μέση Αγγλία» απεικονίζονται η ιστορία, η μνήμη, οι αλλαγές αλλά και το προβληματικό παρόν της χώρας του, μιας χώρας πεισματικά δεμένης με τις παραδόσεις και ταυτόχρονα παγιδευμένης στα αδιέξοδα της σύγχρονης πολιτικής πραγματικότητας. Στο καινούργιο του μυθιστόρημα, «Η απόδειξη της αθωότητάς μου», ο Κόου προχωρά ένα βήμα παραπέρα: υφαίνει ένα παζλ αφηγηματικών ειδών, όπου το αστυνομικό, το πανεπιστημιακό μυθιστόρημα και η αυτομυθοπλασία συνυφαίνονται σε ένα παιχνίδι μνήμης, πολιτικής σάτιρας αλλά και στοχασμού πάνω στη διαδικασία της γραφής.
Η υπόθεση ξεκινά στο Γουέδερμπι Ποντ, μια έπαυλη που έχει μετατραπεί σε ξενοδοχείο και φιλοξενεί ένα συνέδριο Συντηρητικών διανοουμένων. Εκεί, την ώρα που η χώρα συγκλονίζεται από την είδηση του θανάτου της βασίλισσας Ελισάβετ, ένα έγκλημα θα διακόψει τις ομιλίες και τα πάνελ. Η επιθεωρήτρια Προύντενς Φρίμπορν, λίγο πριν από τη συνταξιοδότησή της, αναλαμβάνει να διαλευκάνει την υπόθεση. Σύντομα ο αριθμός των υπόπτων πολλαπλασιάζεται: πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι, παλιοί γνώριμοι από το Κέιμπριτζ, αλλά και κάποιοι νεότεροι καλεσμένοι εμπλέκονται με απροσδόκητο τρόπο στην ιστορία.
Ο Κόου αξιοποιεί όλες τις συμβάσεις του κλασικού βρετανικού μυθιστορήματος μυστηρίου: οι παμπ, οι μακρόσυρτες συνομιλίες γύρω από το δείπνο, οι κληρονόμοι, η παλιά έπαυλη με τα κρυμμένα ίχνη και το σκοτεινό παρελθόν. Ολα αυτά θυμίζουν Αγκαθα Κρίστι, αλλά δεν εξαντλούνται σε μια απλή αναβίωση. Η ατμόσφαιρα, το χιούμορ, τα μυστικά και τα ψέματα λειτουργούν με τέτοια ζωντάνια, ώστε πίσω από την αμείωτη δράση να διαφαίνεται ότι κάτι πιο σημαντικό διακυβεύεται.
Το συνέδριο δεν είναι τυχαίο: στο Γουέδερμπι Ποντ έχουν συγκεντρωθεί αρθρογράφοι και πολιτικοί σχολιαστές που ετοιμάζουν μια ακόμα καταγγελία για το κίνημα woke και την επίδρασή του στα ήθη και την κουλτούρα, ενώ ο ίδιος ο χώρος, με το επιβαρυμένο παρελθόν του, φέρει στην επιφάνεια τα εγκλήματα της βρετανικής αριστοκρατίας για τα οποία ποτέ δεν απολογήθηκε. Ο φόνος δεν είναι μόνο ένας αστυνομικός γρίφος αλλά και σχόλιο για τη σύγχρονη πολιτική κατάσταση μιας χώρας που θρηνεί τη βασίλισσα και ταυτόχρονα αναζητά απεγνωσμένα ένα νέο αφήγημα και μια νέα ταυτότητα.
Δίπλα στην κυρίως πλοκή ξεδιπλώνονται κι άλλες αφηγηματικές φωνές. Η πιο συγκινητική είναι εκείνη της Φιλ, μιας νεαρής γυναίκας που εργάζεται σε ένα κινέζικο εστιατόριο και ονειρεύεται να γράψει: «Η Φιλ σκεφτόταν να γράψει ένα βιβλίο… είχε νιώσει μια ολοένα και μεγαλύτερη λαχτάρα να δημιουργήσει κάτι, να βάλει μερικές λέξεις σε μια οθόνη, να δοκιμάσει να σκαλίσει κάτι, να δώσει σχήμα και νόημα στο άχαρο κομμάτι μάρμαρο που αποτελούσε την αδρανή και άμορφη ύπαρξή της». Εδώ ο Κόου θίγει μια αλήθεια που αφορά συγγραφείς και αναγνώστες: τη λαχτάρα να μετατραπεί το άμορφο σε τέχνη, να βρεθεί η μορφή για να ειπωθούν ιστορίες χαμένες σε προηγούμενες δεκαετίες.
Σε ένα άλλο σημείο του βιβλίου, σημειώνει: «Σε έναν κόσμο όπου όλες οι προσπάθειες να πεις την αλήθεια με λέξεις ή με εικόνες είναι υπονομευμένες, μολυσμένες, η μυθοπλασία έχει κάτι το μοναδικό. Κάτι το αυθεντικό, κάτι στο οποίο μπορείς να βασιστείς. ΑΓΝΟ/ΑΞΙΟΠΙΣΤΟ». Η φράση αυτή λειτουργεί σχεδόν σαν μανιφέστο: η λογοτεχνία, η ίδια η μυθοπλασία, προσφέρεται ως το τελευταίο αξιόπιστο ανάχωμα σε έναν κόσμο παραπληροφόρησης και ψευδών ειδήσεων. Ετσι, η προσωπική αγωνία της Φιλ να γράψει συναντά και τη γενικότερη θέση του βιβλίου: η μυθοπλασία, μέσα από την επινόηση, μπορεί να αποκαταστήσει αλλά και να αποκαλύψει ακόμα και την πρόσφατη ιστορία.
Το μυθιστόρημα μπορεί, επίσης, να διαβαστεί και ως ένα ευρηματικό whodunnit, με όλα τα συστατικά της αγγλικής παράδοσης· ως πολιτική σάτιρα που φωτίζει με ειρωνεία το παρόν ή, ακόμα, και ως στοχασμός για το τι μπορεί να σημαίνει η γραφή σε έναν κόσμο που χάνει την εμπιστοσύνη του σε κάθε είδους αφήγηση.
Ο Κόου κατορθώνει να συνδυάσει τα είδη χωρίς να χαθεί η απόλαυση της ανάγνωσης, υπενθυμίζοντάς μας ότι η επινόηση μπορεί, εν τέλει, να είναι το πιο αξιόπιστο καταφύγιο. «Η απόδειξη της αθωότητάς μου», πέρα από όλα τα άλλα, είναι και ένα μυθιστόρημα για την πολιτική, τη μνήμη και για τη Βρετανία μετά το Brexit. Ενα βιβλίο που, μέσα στην ειρωνεία και την «ελαφρότητα» του παρόντος, αποδεικνύει ότι η λογοτεχνία μπορεί να είναι το μόνο σταθερό έδαφος σε έναν κόσμο όπου όλα μοιάζουν επισφαλή.
