Σε ποια επιστήμη ή, γενικότερα, μάθηση θα μπορούσε να ενταχθεί μια ιστορία των γραμμών; Ο Τιμ Ινγκολντ, ανθρωπολόγος στο επάγγελμα, δεν τολμά να αυτοανακηρυχτεί και «γραμμολόγος», ούτε καν, πιο αόριστα, ιστορικός του πολιτισμού, αν και το παράξενα, υποδόρια συναρπαστικό βιβλίο του αποσκοπεί τόσο σε μια περιεκτική θεωρία όσο και σε μια οικουμενική ιστορία της γραμμής, αυτού δηλαδή που έχουν κοινό «ο περίπατος, το γράψιμο, η ύφανση, το τραγούδι, η παρατήρηση, η σχεδίαση, η εξιστόρηση» (σελ. 21). Ολοφάνερα, οι γραμμές δεν είναι αντικείμενα-πράγματα, αφού από αυτές συντίθενται τόσο πολλοί και διαφορετικοί υλικοί και άυλοι «μηχανισμοί», «διατάξεις» ή «λογο-θεσίες» του ανθρώπινου πολιτισμού, χωρίς από την άλλη να πρόκειται στ’ αλήθεια για αναλύσιμα συνθετικά: η απομόνωση των γραμμών ως ερευνητικού ζητήματος εξαρτάται από μια υπερεπιστημονικότητα ή μια υπερσύνθεση, όχι από μια ανάλυση ή κατάτμηση των επιμέρους πεδίων, έτσι ώστε το -αόρατο από κοντινή απόσταση- «κοινό» τους να αναδειχτεί σαν διαπολιτισμικό μοτίβο που γίνεται τόσο ευκρινέστερο όσο απομακρυνόμαστε από αυτό.
Το κεντρικό ερώτημα που διατυπώνει σταδιακά ο Ινγκολντ, χτίζοντας τους όρους του αρχικά μέσα από μια διερώτηση των διακρίσεων τραγουδιού-ομιλίας και μουσικής σημειογραφίας-γραπτού λόγου που ισοπεδώθηκαν στη «σίγαση της γλώσσας» και στον «παρεπόμενο χωρισμό της από τη μουσική» (σελ. 51), είναι πώς η γραμμή έγινε «επίπεδη» με την ορθολογιστική, ευθεία και διακεκομμένη (συναρμογή στατικών σημείων μέσω «συνδετήρων») έννοια που της δίνουμε σήμερα, στον ολοένα πιο εμμονικά κυρίαρχο δυτικό πολιτισμό μας. Πώς, με άλλα λόγια, σταμάτησε να είναι αυτό που ο Πάουλ Κλέε, στο «Παιδαγωγικό Σημειωματάριό του» για τον θεωρητικό τομέα του γερμανικού Μπαουχάουζ, ονόμαζε «μια ενεργητική γραμμή σε περίπατο», που «κινείται ελεύθερα, χωρίς στόχο», «περίπατος για τη χαρά του περπατήματος», όπου «φορέας της κινητικότητας είναι ένα σημείο που αλλάζει τη θέση του προς τα εμπρός» – ορισμός ο οποίος για τον Κλέε, και αυτό έχει εδώ την καίρια σημασία, είναι αφετηριακός, κυριολεκτικά το πρώτο κινούν όλου του (ενιαίου, στο μοντερνιστικό όραμα του καλλιτέχνη και της σχολής του) χώρου των τεχνών. Ο Ινγκολντ δεν διστάζει να δει σαν απώλεια μιας απείρως περίπλοκης και πανανθρώπινης τεχνουργικής αθωότητας αυτή την κοσμοϊστορική διαδικασία, την οποία καταλήγει να ονομάσει, με προκλητική απλότητα, αποστασιοποιούμενος από τις σημαντικές αναλύσεις του Γουόλτερ Ονγκ και άλλων, «θάνατο της γραφής».
Στη σκέψη του Ινγκολντ, τελικά, γραφή και γραμμή πρέπει να θεωρηθούν συνώνυμα, αρκεί να έχουμε διαρκώς κατά νου ότι, όπως η γραμμή είναι πρωταρχικά «περίπατος» και όχι «συναρμογή», έτσι και στο γράψιμο τη διαφορά την κάνει «αυτό που συμβαίνει όταν η ρέουσα σειρά γραμμάτων ενός χειρογράφου αντικαθίσταται από τις συνδετικές γραμμές μιας προσυντεθειμένης τυπογραφικής σελίδας» (σελ. 129). Πριν συμβεί αυτή η αντικατάσταση, ή –αν θέλουμε να αποφύγουμε τις συνδηλώσεις ενός απολεσθέντος παραδείσου, μιας οριστικά παρελθούσας «χρυσής εποχής»– στο συγχρονικό περιθώριό της πλέον, η γραφή ήταν/είναι ύφανση, πλοκή νημάτων και ιχνών, text(ure), όχι διαδοχή αποτυπωμάτων-κόμβων σε μια δεδομένη επιφάνεια. Η άλλη αυτή γραφή, η υπεξούσια, ενισχύει σταθερά τη «γραμμικότητα», ενόσω η πρώτη, η κυρίαρχη, επιβάλλει την «επιπεδότητα», για να θυμηθούμε ξανά τον Κλέε. Η διαφορά είναι ισοδύναμη με ό,τι χωρίζει το ταξίδι από τη χαρτογραφία, την αναπαράσταση-ως-ζωή από τη ζωή-ως-αναπαράσταση, θα μπορούσαμε να πούμε απλοποιώντας λίγο ακόμα τη γεμάτη αναπάντεχες περιπέτειες θεωρητική αφήγηση του Ινγκολντ, η οποία, αναμενόμενα, εκβάλλει σε μια γενική «οικολογία της ζωής», μια «περιβαλλοντολογία» εννοούμενη ως «μελέτη της ζωής των γραμμών» (σελ. 143).
Μέσω των γραμμών, επομένως, η ταύτιση ζωής και γραφής, άλλοτε επιθυμητή, άλλοτε επίφοβη, πάντοτε υπαρκτή ως δυνατότητα, μπορεί να πάρει από την πιο δυσοίωνη και καταπιεστική μέχρι την πιο ευφρόσυνη και απελευθερωτική όψη. Μπορεί να είναι ο γεμάτος απατηλά «περιεχόμενα» φορμαλισμός της ζωής του χωριού στους πρόποδες του λόφου όπου στέκει ο καφκικός Πύργος, όπως διέβλεπε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, της ζωής επίσης στους τεχνητούς παραδείσους μιας απέραντης μηχανικής νοημοσύνης, όπως κάθε κάτοικος του παγκόσμιου χωριού μας δύναται να βεβαιώσει – μιας ζωής πλήρως περιχαρακωμένης στην αναπαράσταση, σε έναν «καθηλωμένο τόπο», λέει ο Ινγκολντ, που επεκτείνεται συνεχώς. Ή μπορεί να δηλώνει την αναπαράσταση που ζει πραγματικά, ακόμα και οργανικά, ως γραμμή/γραφή, που γίνεται γραμμή φυγής (επέμεναν οι Ντελέζ και Γκουαταρί) σε μια «μπερδεμένη ζώνη» όπου «δεν υπάρχουν μέσα και έξω, υπάρχουν μόνο ανοίγματα και περάσματα διαμέσου» (Ινγκολντ, ξανά). Αυτό το κουβάρι είναι ζωτικό να μην ξεμπλεχτεί ποτέ.
