ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χρύσα Φάντη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο πρώτο της μυθιστόρημα –σπονδυλωτό αφήγημα σε είκοσι τέσσερις πράξεις–, η Κατερίνα Ι. Παπαντωνίου ανατέμνει με ευαισθησία και ευρηματικότητα τις συγκλίσεις και τις διαφορές των φύλων (βιολογικές και κοινωνικές), τις εμπειρίες της παιδικής ηλικίας και τo αίσθημα της απώλειας, την εγγύτητα αλλά και την απομάκρυνση από τη μητρική φιγούρα, τον αδιέξοδο έρωτα και τις περιδινήσεις της μνήμης. Πρόκειται για ένα πολύπλευρο εσωτερικό οδοιπορικό που κινείται στις παρυφές της μυθιστορηματικής αυτοβιογραφίας, του ψυχογραφήματος και του υπαρξιακού μονολόγου.

Σε κάθε επιμέρους κεφάλαιο, συχνά και σε κάθε παράγραφο, συναντάμε ένα αυτόνομο επεισόδιο που αναδύεται αυθόρμητα από τα βάθη του υποσυνείδητου και τοποθετείται στο χαρτί χωρίς φόβο και λογοκρισία, συνθέτοντας και ανασυνθέτοντας ένα υπερρεαλιστικό, σκληρό και απροσδόκητο πλέγμα εικόνων και αισθήσεων. Ο πολυκερματισμός του υποκειμένου (παιδί, γυναίκα, μητέρα, πατέρας, άντρας) και η πολυμέρεια των επιμέρους διηγήσεων αντί να αποδυναμώσουν το σύνολο το ενισχύουν, ενώ η επανάληψη λέξεων και φράσεων λειτουργεί ως μάντρα και τελετουργικό απεγκλωβισμού από την κοινωνική και πολιτική αδικία – σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, επιδρά διακειμενικά με ρήσεις από έργα του Στρατή Χαβιαρά, στον οποίο και αφιερώνει το βιβλίο της η Παπαντωνίου, της Μαντώς Αραβαντινού, της Μέλπως Αξιώτη, της Μαρίας Μήτσορα, του Νίκου Γιαβριήλ Πεντζίκη, της Τζούντιθ Μπάτλερ κ.ά.

Στη Συνθετική ορμόνη η σπασμένη δομή και οι συνεχείς εναλλαγές χωρικών και χρονικών σημείων, χωρίς γραμμική εξέλιξη, ενταγμένα μεθοδικά στις επιταγές μιας πυκνής και λυρικά σκοτεινής εξιστόρησης, αποκαλύπτουν έναν ανερμάτιστο κόσμο που κυριαρχείται από ανισότητα, πρωτόγονα ένστικτα και απέλπιδες βιωματικές αντιστάσεις. Το σώμα πρωταγωνιστεί (στομάχι, γλώσσα, εντόσθια, αιδοίο, παλάμες) και μαζί με αυτό η ορολογία της αποσύνθεσης (βλέννες, γαστρικά υγρά, αποφάγια). Η επιβολή της τροφής ως πράξης εξαναγκασμού («με το φτυάρι») καθρεφτίζει την πατριαρχική εξουσία μέσα από τη γυναικεία παρουσία. Το κορίτσι δεν βρίσκει στο μητρικό βλέμμα κατανόηση, αλλά την εξάλειψη του εαυτού.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι εικόνες του εμετού και της σωματικής εκκένωσης μετατρέπονται σε λυτρωτικά συμβάντα, με τη βιολογική κατάσταση να αντιστοιχεί στη συμβολική αποβολή του επιβεβλημένου, του ξένου, του ετερόνομου (κεφ. «Στην κοιλιά»). Ταυτόχρονα, η μετατροπή της γλώσσας σε καραμέλα που λιώνει αργά, μετουσιώνει την ωμότητα σε ύστατο ψίθυρο τρυφερότητας και σιωπηρής συμφιλίωσης. Η έννοια του φύλου και η γυναικεία ταυτότητα αντιμετωπίζονται ως κατασκευή («μας έλεγαν πως είμαστε κορίτσια»), ως εξωτερική επιβολή συνδεδεμένη με τον καταναγκασμό και την ακούσια πειθαρχία. Τα γυναικεία ρούχα είναι φυλακή και μόνο η επαφή με τον «δροσερό πόνο του σώματος» και «το νεκρό φως του αστεριού που κάποτε υπήρξε» υπενθυμίζει την ανάγκη της ύπαρξης για επιβεβαίωση, αλλά και τη συνείδηση της φθοράς, του χρόνου, της απουσίας.

Πρόκειται για φυγόκεντρο και εν πολλοίς δισυπόστατο συμβολισμό, όπου το προσωπικό βίωμα αναδεικνύει την καθολικότητα τόσο του ψυχικού όσο και του σωματικού τραύματος συνδυάζοντας την κοινωνική διερεύνηση με την ποιητική τομή. Η γλώσσα του κειμένου (εικονοκλαστική, επιτελεστική και αποσπασματική) είναι φωνή, ταυτότητα, αντίσταση, αλλά και το αντικείμενο της καταστολής. Η γραφή γλιστρά, κολλάει, σπάει και επανενώνεται πριν γίνει αφήγημα, εξεγερμένη σκέψη, επίγραμμα, στοχασμός. Κοινός θεματικός πυρήνας: η ενοχή και ο έλεγχος της επιθυμίας, της ελευθερίας.

Η γυναίκα, αιχμάλωτη μιας δυστοπικής κοινωνικής συνθήκης (κεφ. «Εφιππη»), στην προσπάθειά της να αποδράσει κατεβαίνει με ανεμόσκαλα από το μπαλκόνι, περνά στην πόλη, σκαρφαλώνει το άγαλμα ενός ανύπαρκτου Κολοκοτρώνη και βρίσκει στη θέση του έναν πλαστικό μπουκάλι νερό. Η διαδρομή της είναι πράξη απελευθέρωσης και ανάκτησης του χαμένου εαυτού – από την ασφυκτική οικιακή καθημερινότητα στο σωματικό και υπερβατικό εγχείρημα της ανάβασης, ανεξάρτητα από το τελικό αποτέλεσμα. Σε αντίστιξη, ο άντρας αφηγητής (κεφ. «Ο γερτός λαιμός σου») μονολογεί προς μια αθέατη και σιωπηλή συνομιλήτρια, μια φασματική γυναικεία μορφή που δεν συμμετέχει ουσιαστικά στον διάλογο. Η απουσία ανταπόκρισης τον βυθίζει σε κυκλική, παθιασμένη εξομολόγηση, όπου το ερωτικό αντικείμενο γίνεται εμμονή, όχι ως πρόσωπο αλλά ως σύμβολο σιωπής και ανεπίδοτου ερωτικού πάθους.

Η Παπαντωνίου, στη Συνθετική ορμόνη, μετά από δύο αξιοσύστατες νουβέλες [Σκοτεινό ασανσέρ (2016), Δεν θα είσαι εκεί (2019)], καταφέρνει επάξια και με λογοτεχνική ωριμότητα να μιλήσει για το γυναικείο ζήτημα και την ανάγκη για προσωπική αναγέννηση, ομνύοντας στη γραφή ως πράξη ανατροπής και ίασης.