Ηταν για καιρό εκτός κυκλοφορίας Ο ανιψιός του Βίτγκενσταϊν και έφτασε η στιγμή το κενό αυτό να καλυφθεί από τις εκδόσεις Πλήθος, σε μια νέα ανάγλυφη μεταφραστική προσέγγιση από τον Βασίλη Τσαλή, εμπνευσμένο, κατατοπιστικό και προσιτό επίμετρο του Στέφανου Ρέγκα καθώς και μ’ ένα καλόγουστο εξώφυλλο, από φωτογραφία του ίδιου του Μπέρνχαρντ.
Ο Τόμας Μπέρνχαρντ, που γεννήθηκε στην Ολλανδία και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αυστρία, όπου και πέθανε, είχε καλλιεργήσει μια σχέση ιδιαίτερα περίπλοκη και παθιασμένη με τον τόπο, τη γλώσσα, τη συλλογική μνήμη και την πολιτική. Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους και επιδραστικότερους συγγραφείς του εικοστού αιώνα. Η ιδιοπροσωπία του είναι καταφανής τόσο στην πεζογραφία και το θέατρο (έγραψε και ποίηση) – η μακροπερίοδη, σπειροειδής, σαρκαστική και στοχαστική γραφή του καθηλώνει τον αναγνώστη. Η Τζένι Ερπενμπεκ, όταν της επισήμαναν την επιρροή της σε ένα διήγημά της, όχι μόνο την αποδέχτηκε, αλλά, πρόσθεσε, αποφεύγω να διαβάζω Μπέρνχαρντ, έχω δικά μου πράγματα να πω, με τον δικό μου τρόπο, και η ανάγνωση του Μπέρνχαρντ διόλου βοηθητική δεν μπορεί να είναι προς αυτή την κατεύθυνση.
Ο αφηγητής Τόμας Μπέρνχαρντ φιλοξενείται για ακόμα μια φορά στο ίδρυμα νοσημάτων θώρακος, στο Περίπτερο Χέρμαν, στο Υψωμα Μπαουμγκάρτνερ, ακόμα μια καταφυγή με σκοπό την αναβολή και όχι τη θεραπεία, την παράταση και όχι το τέλος, την επιστροφή, για πόσο άραγε, του ασθενούς πίσω στον κόσμο των υγιών. Την ίδια περίοδο, ο φίλος του, Πάουλ Βίτγκενσταϊν, ανιψιός του περιώνυμου φιλοσόφου, περιώνυμου εκτός Αυστρίας, και αυτός, όπως εκείνος, μαύρο πρόβατο του πνεύματος στην επικράτεια μιας παλιάς οικογένειας του πλούτου και της δύναμης, φιλοξενείται για ακόμα μια φορά στο ίδρυμα φρενοβλαβών, στο Περίπτερο Λούντβιχ, στο Υψωμα Μπαουμγκάρτνερ. Τα δύο περίπτερα απέχουν μόλις διακόσια μέτρα μεταξύ τους, απόσταση ελάχιστη μα ανυπέρβλητη για μια ασθενική ανάσα, απόσταση απαγορευμένη για κάποιον, τον Πάουλ, που βολόδερνε ξέφρενα μέσα στην τρέλα του.
Κάπου στα μισά της απόστασης, με απρόσκοπτη θέα του Περιπτέρου Λούντβιχ, εκεί όπου, όπως έμαθε από μια κοινή τους φίλη, την Ιρινα, ο Πάουλ φιλοξενούνταν για ακόμα μια φορά, εκκινά η αφήγηση αυτή, με τις επαναλήψεις και τις σπείρες της, η ανασύσταση του εδάφους μιας φιλίας, όπως εκείνη ανάμεσα στον Τόμας και τον Πάουλ, και γύρω από αυτή τη φιλία, όλα τα υπόλοιπα της ζωής, η ασθένεια και η δημιουργία, η ματαιότητα και ο θυμός της ύπαρξης, ο εαυτός και οι άλλοι, η πόλη και η επαρχία, η τέχνη, κυρίως η μουσική· η επανάληψη, η εξαίρεση και η εξάντληση, όπως σωστά τα συνοψίζει πριν τα αναλύσει περαιτέρω ο Ρέγκας.
Αν είστε μυημένοι στο μπερνχαρντικό σύμπαν, θα γνωρίζετε καλά πως μια καταβύθιση δεν είναι αρκετή, πως κάθε πέρασμα αναδεικνύει διαφορετικές αποχρώσεις και γλωσσικές εντάσεις. Ο Μπέρνχαρντ και ο Μπέκετ, ατόφια τέκνα του εικοστού αιώνα, πλησίασαν, περισσότερο από κάθε άλλον, την απόγνωση ως παρτιτούρα και αποτύπωσαν μοναδικά το εκμηδενισμένο ον. Αν πάλι είστε απλώς ενημερωμένοι αλλά και περίεργοι για όσα διθυραμβικά διατυπώνονται για το έργο του Αυστριακού δημιουργού, τότε Ο ανιψιός του Βίτγκενσταϊν αποτελεί την καταλληλότερη πύλη εισόδου· έργο χαρακτηριστικό και προσβάσιμο, συνάμα αρκετά προσωπικό, αποκαλυπτικό και για τον άνθρωπο, αποκαλυπτικό και για τον συγγραφέα, δηλαδή την τεχνοτροπία, τις εμμονές του (πολιτικές και υπαρξιακές), το σύμπαν μιας αφηγηματικής ιδιοφυΐας.
