ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Βέης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η σκηνή είναι ενδεικτική των συσσωρευμένων δεινών. Αντιγράφω τα εξής ενδεικτικά από τη σελίδα 94: «Το υπέροχο χαμόγελο της μαμάς, που είχε ήδη φύγει με τα ωραία ψηλοτάκουνα λουστρίνια της, παίρνοντας μαζί της όλες τις λέξεις. Τη μόνη γλώσσα που έβγαζε νόημα στα αυτιά τους». Ενα σπίτι από λέξεις. Συντάγματα λόγου διαμορφώνουν πραγματικότητες οριακά αλληλοσυγκρουόμενες. Χείμαρροι συλλαβών ορμούν να καλύψουν τα τεράστια επικοινωνιακά κενά των μελών της ευρύτερης οικογένειας. Ορισμένες φορές το ρήμα ισοπεδώνει την ύπαρξη. Οι ακατάσχετοι θόρυβοι των ομιλημάτων επικαλούνται την παρουσία της Ατης. Η δε κατάχρηση των φραστικών σχημάτων οδηγεί μαθηματικά σε πολλαπλές νευρώσεις. Τα πρόσωπα δεν αντιλαμβάνονται το Κακό, διότι απλούστατα δεν διαθέτουν το προνόμιο της ολικής αφομοίωσης του εκάστοτε προτεινόμενου φορτίου της σημασίας.

Ο πατέρας, ένας καθόλα αρχετυπικός μεγαλοαστός δικηγόρος, φέρεται ως να ήταν η σύζυγος και τα δύο τέκνα τους απλές περιπτώσεις μιας σειράς εξωδίκων. Διαβάζει ανελλιπώς την εφημερίδα του, όταν κατά τύχη βρίσκεται ανάμεσα στους δικούς του.

Ο παρατεταμένος ναρκισσισμός του είναι η πηγή των παθών. Αρκείται να χάνεται στις σελίδες της εφημερίδας, αντί να αναζητεί τον καθρέφτη των εμμονών του στην ήρεμη επιφάνεια μιας λίμνης. Δεν διανοείται βέβαια να αναζητήσει τη βοήθεια ψυχιάτρου, διότι απλούστατα πιστεύει ότι αυτός και μόνον αυτός είναι ο ύπατος φορέας της γνώσης. Είναι άτεγκτος, όπως ακριβώς είναι άτεγκτη η τιμωρία του, την οποία προβλέπει η ακριβοδίκαιη εξιστόρηση. Η αδελφή του, ονόματι Ελένη, αποτελεί τον ασίγαστο κρουνό της λαλιάς. Από το πρωί ώς το βράδυ ηχεί αυτομάτως η συμφόρηση των εννοιών. Ενας ψαγμένος αναγνώστης θα μπορούσε να υποθέσει ότι η ίδια είτε μιλάει ακόμη και στον ύπνο της είτε ονειρεύεται διαρκώς ότι μιλάει.

Η μητέρα, η φιλόστοργος «μαμά», το μοιραίο θύμα, φέρνει κάθε μέρα, επιστρέφοντας από την εργασία της σε γραφείο τουρισμού, καινούργιες λέξεις. Προστατευτικές, όπως φαίνεται να πιστεύει. Εκεί, στο γραφείο – άσυλο, θα αναζητήσει προστασία και θαλπωρή, έπειτα από την πολυετή, τη θεσμική εξ ορισμού συμβίωση, την απαράδεκτη όμως από κάθε άποψη. Ο Λευτέρης και ο κατά δύο χρόνια νεότερος Νίκος, τα δυο αδέλφια, συνιστούν ομολογουμένως νεωτερικές εκδοχές του Κάιν και του Αβελ, αντιστοίχως. Ο πρώτος θα εκδηλώσει νωρίς στην εφηβεία του τα αναμφισβήτητα σημάδια μιας ανίατης ψυχασθένειας. Η σχάση τού «εγώ» κρίνεται δεδομένη. Η βία κατά του αδελφού του δεν έχει όρια. Από καθαρές συμπτώσεις κάθε φορά δεν πεθαίνει στα χέρια του ο άτυχος αδελφός του. Αργότερα, ο Λευτέρης θα αποπειραθεί να περάσει στον σολοικισμό της αυτοκτονίας. Ο κατά καιρούς εγκλεισμός του σε ψυχιατρικές κλινικές δεν επιφέρει καμία αλλαγή. Εννοείται ότι τα αίτια και τα αιτιατά της αυτοκαταστροφής του θα πρέπει να αποδοθούν στην πανηγυρική κατίσχυση μιας ξέφρενης ορμής προς θάνατον.

Ο Νίκος θα αντισταθεί στο φάσμα της σαρωτικής φθοράς. Δεν έχει άλλωστε περιθώρια διαφυγής. Ξέρει να συγχωρεί τον Λευτέρη από ένστικτο αλληλεγγύης. Αλλοτε πάλι του επιτίθεται, όποτε το κρίνει σκόπιμο. Η αντίφαση αυτή αναπτύσσεται όσο διαρκεί η διήγηση. Διαπιστώνω πάντως ότι ο Νίκος εκλαμβάνει το ατέρμονο παραλήρημα του αδελφού του ως να ήταν μια ικανή και αναγκαία μέθοδος αυτοθεραπείας. Η μισή και πλέον νουβέλα επιτρέπει τη σταδιακή ανάδειξη του ασύνειδου σε σημαίνοντα παράγοντα της όλης αφήγησης. Ο Νίκος παραμένει ψύχραιμος τη στιγμή που ο Οίκος είναι στα πρόθυρα μιας ανέκκλητης κατάρρευσης. Με το πείσμα μιας ένδον φώτισης, ανάλογης θα ισχυριζόμουν με το περιώνυμο σατόρι των Ιαπώνων, ο ίδιος θα εγκαταλείψει οριστικά την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος. Αφοσιώνεται κυριολεκτικά στην τέχνη της φωτογραφίας. Η απεικόνιση μιας άλλης πραγματικότητας, δηλαδή μιας μη τραυματικής κανονικότητας, λειτουργεί ήδη ιαματικά.

Αναφέρω ότι η υπόθεση εκτυλίσσεται σε διάστημα εννέα μόνον ημερών. Τότε που ο μικρότερος αδελφός επισκέπτεται τον μεγαλύτερα στο νοσοκομείο, όπου νοσηλεύεται μετά από μιαν ακόμη απόπειρα αυτοκτονίας.

Εκεί το παρόν και το παρελθόν της όντως εκρηκτικής σχέσης τους προβάλλεται με ιδιαίτερη κειμενική ένταση. Ο τίτλος της άρτια συγκερασμένης νουβέλας που απαντά, σημειωτέον, δύο φορές, συγκεκριμένα στις σελίδες 14 και 128, υπονοεί ότι εκ του μη όντος προκύπτει το ον. Η υφολογική και όχι μόνον επάρκεια της Λίλας Κονομάρα (1968) αποδίδει ακόμη μια φορά συναρπαστικούς καρπούς.