Πίσω από τον κάπως σχοινοτενή τίτλο αυτού του τόμου με τα έντεκα κείμενα, του δεύτερου στη σειρά που δημοσιεύεται μέσα σε τέσσερα χρόνια από το Εργαστήριο Τεκμηρίωσης και Αποκατάστασης Ιστορικών Κτηρίων του Πολυτεχνείου Κρήτης, με επιμέλεια των καθηγητών Κλ. Ασλανίδη και Ν. Σκουτέλη, κρύβεται ένα χορταστικά ποικίλο περιεχόμενο για επεμβάσεις σε ιστορικά κτίρια και σύνολα, αυτά που ονομάζονται συλλήβδην «διατηρητέα» στην εποχή μας. Σχετικά καινούργιος επιστημονικός και επαγγελματικός τομέας, μια τέτοια δραστηριότητα, με την αναστολή της φθοράς και κατεδάφισης παλιών αξιόλογων κτισμάτων, με τις αναρίθμητες προεκτάσεις της στην πράξη επηρεάζει αποφασιστικά όχι μόνο όσα θεωρούνται μνημεία καθαυτό αλλά και τον αστικό ιστό στις πόλεις που τα περιβάλλει. Ετσι, ό,τι σήμερα αφορά την αποκατάσταση παλιών κτισμάτων σχετίζεται άμεσα με το δομημένο και φυσικό περιβάλλον, άρα παίζει κυρίαρχο ρόλο στη μορφή και τη λειτουργία του πλαισίου ζωής μας. Δεν είναι δηλαδή υπόθεση μόνο κάποιων «ειδικών» αλλά ολόκληρης της κοινωνίας. Και σαν τέτοια οφείλουμε να τη δούμε.

Τα περιεχόμενα αυτού του τόμου, με τις τεκμηριωμένες μελέτες των παραδειγμάτων που παρατάσσονται αναλυτικά στο εσωτερικό του, αποδεικνύουν τη σημασία που έχει μια τέτοια δραστηριότητα. Τα ιστορικά κτίσματα του τόμου προέρχονται από την αρχαιότητα ώς τα προπολεμικά χρόνια, υφίστανται αποκατάσταση και κάποτε επανάχρηση, προσφέρονται για διεξοδική έρευνα της κατασκευής τους και της μετέπειτα ιστορίας τους και βέβαια, όποτε χρειαστεί, προκαλούν συζητήσεις γύρω από τις μεθόδους που επιλέχτηκαν και τη σκοπιμότητα επέμβασης επάνω τους. Τέτοια κυρίως κτίρια, με τόσο πλούσιο ιστορικό, είναι ζωντανοί οργανισμοί, γεμάτοι σημάδια υλικής φθοράς και συχνά παρακμής, μπορεί να έχουν απαξιωθεί ή εγκαταλειφθεί στην πορεία του χρόνου αλλά συνάμα και πόσες σπάνιες δυνατότητες ανάδειξης κρύβουν μέσα τους. Πριν από μερικά χρόνια τα κατεδαφίζαμε ανελέητα, δήθεν για να διευκολυνθεί η σαρωτική «ανάπτυξη» του τόπου, τώρα τα βλέπουμε με εντελώς άλλο μάτι, σαν σύνδεση με το πολιτισμικό παρελθόν και σαν παρακαταθήκη αξιών που δύσκολα αναπληρώνονται. Η αποκατάστασή τους στη χειρότερη περίπτωση τα επιστρέφει στο παρόν σαν απλό ιστορικό τεκμήριο, σαν μια «μούμια», αλλά στην καλύτερη προσφέρει δυναμικές προοπτικές ενσωμάτωσης σε σύγχρονους προγραμματισμούς.
Οι προσεκτικές, επιλεκτικές αναστηλώσεις μνημείων της αρχαιότητας (όπως στο αρχαϊκό ιερό στο Δεσποτικό Αντιπάρου και σε μνημεία στην Αλτι της Ολυμπίας), με τις τόσο απαιτητικές και λεπτολόγους επεμβάσεις και ανασυνθέσεις στοιχείων, είναι μία μόνο από τις κύριες διαστάσεις αυτής της δραστηριότητας. Σε εντελώς άλλο κλίμα κινούνται οι αποκαταστάσεις δύο κτιρίων στην Παλιά Πόλη Χανίων, όπου η σύγχρονη επέμβαση δηλώνεται θαρρετά καθώς εναρμονίζεται με τις ιδιαιτερότητες του υπάρχοντος κελύφους, προσφέροντας έτσι μια ευκαιρία συνθετικής συνύπαρξης που δεν θα μπορούσε αλλιώς να έχει προκύψει.
Μετά από ακόμα δύο παραδείγματα από το εξωτερικό (Ρουμανία και Ιταλία) η προσοχή μας στρέφεται στην αποκατάσταση της Μητρόπολης Αθηνών, που είχε υποστεί ζημιές από σεισμούς και αλλοιώσεις από ανθρώπινο χέρι διαχρονικά. Μπροστά σ’ ένα τέτοιο σημαντικό κτίριο, οι όποιοι χειρισμοί επιλεγούν έχουν βαρύνουσα, όπως λέγεται, παρουσία. Ετσι, οι αποφάσεις που παίρνονται είναι συντηρητικές, προσεκτικά υπολογισμένες για να μην κλονίσουν την «εικόνα» του μνημείου στα μάτια του κοινού, άρα όσο γίνεται αόρατες.
Τα τρία επόμενα παραδείγματα από τη Θεσσαλονίκη (Ισλαχανέ – Σχολή Χαμιδιέ), τη Δράμα (συγκρότημα Αναστασιάδη) και πάλι από τη Θεσσαλονίκη (Αγορά Μοδιάνο) συμμερίζονται τις ίδιες βασικές αρχές επέμβασης αλλά διαφοροποιούνται μεταξύ τους, δείχνοντας έτσι την τεράστια ποικιλία δυνατοτήτων που κρύβουν τέτοιες επεμβάσεις. Η κατάσταση των κτισμάτων, το πρόγραμμα επανάχρησής τους, ο τρόπος προσαρμογής τους σε νεότερες τεχνικές και λειτουργικές απαιτήσεις δημιουργούν καινούργιες συνθήκες, ανοιχτές σε μελλοντικές ανάγκες. Τέλος, η αποκατάσταση του «αρτιφισιέλ» (τσιμεντοκονίας) σε μια πολυκατοικία στο Κολωνάκι, έργο από τον Μεσοπόλεμο, είναι πολύ διδακτική καθώς θυμίζει πόσο ακατάλληλες είναι οι περισσότερες τέτοιου είδους επεμβάσεις που βλέπουμε γύρω μας, όταν κατά κανόνα γίνονται χωρίς γνώση και κατάρτιση.
