ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χρύσα Φάντη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η λογοτεχνία ίσως είναι ένας τρόπος να σωθεί αυτό που χάνεται: η μνήμη, η ταυτότητα, η σχέση με τον Αλλο. Στο όγδοο μυθιστόρημά του, με τον τίτλο Η δεσμοφύλακας, ο Νίκος Δαββέτας διαχειρίζεται τη σταδιακή φθορά της μητέρας του, όπως βιώνεται από τον ίδιο, ενήλικα πια, ζωσμένο από τύψεις και δύσκολες μνήμες. Κινούμενος ανάμεσα στην ποιητική συμπύκνωση και την αυτοβιογραφική αναψηλάφηση παλεύει να ανασυστήσει το πρόσωπο αυτής της γυναίκας μέσα από την προσωπική τραυματική εμπειρία, επιλέγοντας συνειδητά να γράψει ως συγγραφέας και όχι ως γιος. Αυτή η επιλογή προϋποθέτει την αναγκαία συναισθηματική απόσταση και μια ενσυνείδητη προσπάθεια μετατροπής του βιώματος σε λόγο, του πόνου σε επινόηση, του προσωπικού σε συλλογικό.

Ο συγγραφέας είναι παρών ως παρατηρητής, φροντιστής και τελικά ποιητής. Η μητέρα, πρόσωπο-κέντρο του έργου, είναι παρούσα και απούσα. Παρούσα ως τραύμα, απούσα εξαιτίας της προοδευτικής απώλειας της ταυτότητάς της λόγω της νόσου Αλτσχάιμερ. Η εικόνα της από το παρελθόν, ως δεσμοφύλακα που υπηρέτησε σε φυλακές κάτω από συνθήκες πολιτικής φόρτισης (δικτατορία, Αμαλία Φλέμινγκ), συνδυάζεται με την τελική ειρωνεία: το τέλος της εκτυλίσσεται εντός ενός άλλου «σωφρονιστικού» καθεστώτος, εκείνου της λήθης. Η αμνησία λειτουργεί ως άλλη φυλακή, ως ένα αόρατο κελί στο οποίο εγκλωβίζει και το παιδί της.

Στο βιβλίο, ο λόγος του αφηγητή διαποτίζεται από σιωπηρή οδύνη: «Αργησα να συνειδητοποιήσω ότι το σώμα της αργά μα σταθερά την εγκατέλειπε. Ο,τι κι αν έκανε παλιά σε λίγα λεπτά, τώρα για την ίδια δουλειά χρειαζόταν τον διπλάσιο ή ακόμη και τον τριπλάσιο χρόνο. Στην αρχή πάλευε μόνη της να βάλει μια τάξη στην εύθραυστη υγεία της, επιστρατεύοντας χάπια, αλοιφές, κολλύρια, παυσίπονα […]». Η χρήση της παρατακτικής σύνταξης, των μακρών περιόδων, αλλά και η συστηματική επιστράτευση ιατρικών όρων, συναισθηματικών ενοχών, σωματικών δυσκολιών και καθηλωτικών μεταφορών (όπως ο παραλληλισμός με το βήμα του Αρμστρονγκ) κατασκευάζουν ένα πεδίο λόγου σχεδόν ομοούσιο με το σώμα της μητέρας – εξίσου εύθραυστο, απαιτητικό και κωμικοτραγικά απρόβλεπτο.

Το σώμα της μητέρας γίνεται μια ανεξάρτητη, αντιστεκόμενη, νοήμων οντότητα: «είχε τη δική του ιδιομορφία, τους δικούς του ρυθμούς, τη δική του νοημοσύνη…». Και αλλού: «η μητέρα μου περνούσε στην αντεπίθεση». Η μητέρα πάσχει αλλά δεν υποτάσσεται. Σαμποτάρει και διεκδικεί τον τρόπο του θανάτου της, υποδηλώνοντας μια ασύνειδη τελευταία προσπάθεια να φανεί αξιοπρεπής ενώ καταρρέει. Ο κύκλος ολοκληρώνεται ατελέσφορα, δίχως δικαίωση: τότε το παιδί ήταν αδύναμο· τώρα η μητέρα είναι αδύναμη· κανείς δεν κατάφερε να «προσφέρει» στον άλλον σωτηρία.

Υφαίνοντας το σιωπηλό πορτρέτο μιας γυναίκας που μάχεται να κρατήσει την υπόστασή της σε δύσκολες και κάποτε ακραίες συνθήκες, ο Δαββέτας επιχειρεί μια σπουδή πάνω στην εξουσία και την ενοχή, προβάλλοντας και συνδέοντας τις σκηνές μιας πολυεστιακής, στοχαστικής αλλά και αβέβαιης προσωπικής κατάθεσης με ένα σημαντικό κομμάτι του συλλογικού ελληνικού τραύματος. Με τρόπο ανεπιτήδευτο -ανθρώπου που παρατηρεί αλλά δεν κρίνει-, με διαλόγους φυσικούς και σύντομους, γεμάτους χιούμορ και τραγική ειρωνεία, διαπλέκει την ατομική πορεία της με το ιστορικό πλαίσιο – τις φυλακές της χούντας, τις πολιτικές κρατούμενες, τη σχέση εξουσίας και τρυφερότητας που μπορεί να υπάρχει ακόμη και μέσα σε έναν θεσμό καταστολής.

Ταυτόχρονα, ενώνει τις συγκλονιστικές μικροϊστορίες του βιβλίου με μελετημένες εναλλαγές θεματικής εστίασης και σημείων θέασης, συγκροτώντας ένα πυκνό και ενιαίο στο σύνολό του κείμενο που ανήκει τόσο στη σφαίρα της προσωπικής εξομολόγησης όσο και της νηφάλιας παρατήρησης του πένθους εν ζωή. Τα σαράντα και πλέον κεφάλαια βρίσκονται σε διάλογο μεταξύ τους, με κοινό σημείο τα διαδραματιζόμενα εντός των γυναικείων φυλακών. Στα «Συμπαιγνία» και «Η Μιχαλίτσα», για παράδειγμα, η δευτεροπρόσωπη φωνή της απεύθυνσης προκαλεί την άμεση ταύτιση λειτουργώντας ως ένα αντιθετικό και σοφά δομημένο δίπτυχο, με την πρώτη ιστορία να εστιάζει στον υποκριτικό και άτεγκτο μηχανισμό της εξουσίας και τη δεύτερη στην έσχατη απόγνωση και την αυτοχειρία.

Η γλώσσα είναι δουλεμένη στο ακέραιο και ποτέ εξεζητημένη. Δρα με ψυχαναλυτική ακρίβεια ενώ τα σχετικά με την ασθένεια (φλεγμονές, φάρμακα, συμπτώματα) καθώς και οι μνημονικές ασυνέχειες δεν αποδυναμώνουν τη λογοτεχνικότητα, αντιθέτως λειτουργούν όπως και στην ποίηση, ως ψυχική τοπογραφία∙ κομμάτια από καθρέφτες που αντανακλούν την κατάσταση της μητέρας, του εαυτού του, της εποχής. Λόγος ειλικρινής, χωρίς ίχνος μελοδραματισμού ή λυρικού στόμφου, θεματική δύναμη και νοηματική ακρίβεια, δραματουργική συνέπεια και μια αξιοθαύμαστη οικονομία, με τις λέξεις να φέρουν το βάρος που τους αναλογεί, είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά που απογειώνουν το βιβλίο κατατάσσοντάς το στις απαιτητικές μυθιστορηματικές αυτοβιογραφίες.