Η Σωματογραφία της Εύας Στάμου, εστιάζοντας στις εσωτερικές συγκρούσεις της ύπαρξης και της σεξουαλικότητας, ανατέμνει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα φύλα στη μετανεωτερική κοινωνία – μια κοινωνία που, ενώ παραμένει πατριαρχική, χαρακτηρίζεται από την αβεβαιότητα, την αποσταθεροποίηση των ρόλων και τη ρευστότητα. Μέσα σ’ αυτό πλαίσιο, η γυναικεία ταυτότητα και γενικότερα η ταυτότητα φύλου παύουν να είναι δεδομένες. Γίνονται σκοτεινές, εύθραυστες και μεταβαλλόμενες, προϊόντα ιδιοσυγκρασίας, ειδικών και ποικίλων τάσεων και ιδεοληψιών, προτιμήσεων, σχέσεων, εμπειριών.
Η Στάμου, εμβαθύνοντας στο φαινόμενο, επιλέγει για κεντρική ηρωίδα της μια νεαρή φοιτήτρια με αστική προέλευση. Η φοιτήτρια, επιχειρώντας να απεγκλωβιστεί από τα δεσμά μιας μητέρας στα όρια της παράνοιας και μιας συναισθηματικά προβληματικής και απόμακρης οικογένειας, δημιουργεί σχέσεις ισχύος, εξάρτησης και αυτοκαταστροφής. Σχέσεις δυσλειτουργικές, που δεν θεμελιώνονται σε σταθερές αξίες, είναι εύθραυστες και θνησιγενείς· σχέσεις που βαθαίνουν το τραύμα αντί να το επουλώσουν. Από την άλλη, με αφετηρία το τραύμα, το σώμα της γίνεται τόπος έρευνας. Γίνεται το μέσον για να κατανοήσει τον εαυτό της ή να κατευνάσει τον φόβο και τον θυμό της. Από καθρέφτης και όχημα επιθυμίας μεταμορφώνεται σε τοπίο αχαρτογράφητων καταστάσεων, δυσερμήνευτων επιλογών, τραυμάτων και απωλειών∙ πεδίο μάχης αλλά και σημείο αποκάλυψης.
Στη Σωματογραφία, η θραυσματική αφήγηση-εξομολόγηση από την πλευρά του ώριμου εαυτού της είκοσι πέντε χρόνια αργότερα πλέκει έναν άτυπο διάλογο ανάμεσα στη λογοτεχνία και την ψυχανάλυση. Αποφεύγοντας επιφανειακές και κοινότοπες περιγραφές λειτουργεί ως εργαλείο για τη σύλληψη του ασυνειδήτου και ταυτόχρονα, ως διαδικασία αυτοπαρατήρησης, όπου ο/η αναγνώστης/στρια καλείται να παίξει ρόλο ενεργού συνομιλητή. Κάτω από αυτό το πρίσμα, το βιβλίο, εκτός από μια ενδιαφέρουσα ερωτική ιστορία ανάμεσα σε μια νεαρή και μια μεγαλύτερη σε ηλικία γυναίκα, είναι μια πάλλουσα αναπαράσταση των σχέσεων –ερωτικών, οικογενειακών, υπαρξιακών– και του ευάλωτου και επιθυμούντος σώματος. Είναι ένα κείμενο σε συνεχή διαδικασία επαναπροσδιορισμού, όπου η γλώσσα, στην προσπάθειά της να σπάσει τα δεσμά που της έχουν επιβάλει τόσο οι εξωτερικές κοινωνικές νόρμες όσο και τα εσωτερικευμένα πρότυπα, εμφανίζεται αποσπασματική, κοφτή, πλούσια σε εικόνες, αλλά χωρίς περιττά στοιχεία και επιτήδευση.
Πρόκειται για μια γλώσσα που αντικατοπτρίζει την αινιγματική και αμφιλεγόμενη θεματική της, διατηρώντας μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη λογοτεχνική αρτιότητα και την ψυχολογική ακρίβεια. Εδώ, το αστικό τοπίο της Αθήνας του 2000 –Εξάρχεια, Σκουφά, Φωκίωνος Νέγρη, πλατεία Αμερικής– επιδρά ως κόμβος μνήμης και υπαρξιακής διερεύνησης. Η πόλη ανιχνεύεται και γράφεται βήμα το βήμα, σαν ημερολόγιο έρωτα και απόγνωσης. Η ηθελημένη ανωνυμία των κεντρικών προσώπων δημιουργεί ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να αναγνωρίσει κομμάτια του εαυτού του κάθε άνθρωπος που έχει βιώσει τον εκφοβισμό, την απώλεια, την απόρριψη και την ανάγκη του ανήκειν.
Η Στάμου δεν φοβάται το δύσκολο, το σκοτεινό, το ανοίκειο. Με φεμινιστική τόλμη διαπραγματεύεται τη σεξουαλικότητα και τη δύναμη του βλέμματος –αρσενικού, θηλυκού ή αμφίφυλου–, αλλά και της ίδιας της ύπαρξης. Στη γραφή της τα πράγματα και οι λέξεις γίνονται σώματα που ιδρώνουν, τρέμουν, διψούν, εξομολογούνται. Αναδεικνύει έτσι τη συναισθηματική κατάσταση των χαρακτήρων, τόσο της νεαρής γυναίκας που παλεύει να καταλάβει «ποια είναι» ή «ποια δεν είναι πια» σε ένα ασφυκτικά συντηρητικό περιβάλλον όσο και της ώριμης ερωμένης της σε έναν αποσυναρμολογημένο και κοινωνικά περιθωριοποιημένο περίγυρο. Ο εξομολογητικός τόνος δεν είναι τεχνική· είναι εργαλείο ψυχικής εμβάθυνσης και συναισθηματικής φόρτισης. Μιας φόρτισης που συχνά δεν ομολογείται, αλλά αναδύεται μέσα από άλματα, σιωπές και ρωγμές.
Διεισδύοντας και διευρύνοντας αυτές τις ρωγμές, η έμπειρη συγγραφέας και διδάκτωρ ψυχολογίας ολοκληρώνει ένα έργο στην κόψη του ρεαλισμού και της ενδοσκόπησης, ενδόμυχο και διαλογικό, που απευθύνεται ακόμη κι όταν μονολογεί. Ενα έργο κοινωνικό και συνάμα εσωτερικό, που μιλά για τη μοναξιά, την ψυχική ασθένεια, την απόρριψη, τον εθισμό στις ουσίες και τις ερωτικές σχέσεις των γυναικών, χωρίς εξιδανικεύσεις ή ηθικές κρίσεις, μακριά από στερεότυπα και προκαταλήψεις.
