ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Βέης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αντιλαμβάνομαι ότι η Μυρτώ Χμιελέφσκι, γεννημένη στη Στοκχόλμη το 1975, με την ως άνω τρίτη ποιητική της συλλογή πιστοποιεί στην αισθητική πράξη τη σταθερή προσήλωσή της στην ανάδειξη του εξ αντικειμένου πραγματικού ως τον κατεξοχήν πυρήνα των κειμενικών ανελίξεων. Σκηνές, φέρ’ ειπείν, από τη μεταιχμιακή Ανατολική Ευρώπη μεταφέρουν αυτούσιο τόσο το πνεύμα, όσο και στοιχεία από το υλικό υπόβαθρο του δεδομένου χωροχρόνου.

Ετσι, η συνοπτική παράθεση της συνειδητά επιλεγμένης μαρτυρίας, μετά την κατάλληλη επεξεργασία της, απεικονίζει, κατά κύριο λόγο, το απόλυτο δράμα. Διαβάζω στη συνέχεια των προηγηθέντων σχολίων τα εξής ενδεικτικά των υφολογικών και θεματικών επιλογών: «Γυναίκες με το όνομα Σόνια σέρνουν τα παιδιά τους στη μετανάστευση. Βρέχουν με βότκα μια ολόμαλλη κάλτσα και τρίβουν τις πλάτες τους για να πέσει ο πυρετός. Τυλίγουν με φύλλα λάχανου τον θώρακα για να σταματήσει ο βήχας. Με κανένα λεωφορείο δεν επιστρέφουν. Στο εστιατόριο τα Σάββατα είναι σαν να είσαι στην πατρίδα».

Στη συγκεκριμένη ανθρώπινη μονάδα εντοπίζονται συν τοις άλλοις οι καταστατικές όψεις και οι κατά κανόνα βασανιστικές πτυχές του δημόσιου βίου. Μάλιστα, το τονίζω, πάντα κατά συστηματική οικονομία των εκφραστικών μέσων. Παρατηρώ ότι η πάγια αυτή τακτική των λεκτικών συμπτύξεων και των λυσιτελών πυκνώσεων αποδίδει καρπούς σε όλη την έκταση του έργου. Ας παραθέσω τα εξής για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής:

«Στη Βαρσοβία σταθμεύω για λίγο και μαζεύω αντικείμενα. Να το πάρω; Πάρ ’το. Βρίσκω, τη μέρα της αναχώρησης, εκτός από ένα βαζάκι powidła, δύο poster του ’70 που ανήκαν στον μικρό θείο. Ο αδερφός του χάθηκε στη Δύση και στον μικρό θείο δεν επιτρέπεται η έξοδος από τη χώρα. Στη θεία επιτρέπεται. Στον παππού όχι. Στη γιαγιά ναι. Η χώρα χρειάζεται τους άντρες της, οι γυναίκες ας βγουν για λίγο από τον χάρτη. Κι ο παππούς, όταν γέρασε».

Διαπιστώνω ότι η ελεγχόμενη ειρωνεία είναι διάχυτη στα εν λόγω ποιήματα. Μάλλον συνιστά μια από τις πρόχειρες άμυνες της ύπαρξης. Οποτε κριθεί αναγκαίο, η γραφή μεταβαίνει με χαρακτηριστική άνεση από το πρώτο στο τρίτο πρόσωπο. Κι είτε ονοματίζεται ρητά είτε παραμένει ανώνυμο, ήτοι «ουδέτερο», όπως θα το ήθελε στην προκειμένη περίπτωση ο Μορίς Μπλανσό (1907-2003), λαμβάνοντας υπόψιν τις εκτιμήσεις του τόσο από το La part du feu (1947), όσο και από το L’entretien infini (1969).

Πάντως, σύμφωνα με τη ρητή ομολογία του, όπως αποτυπώνεται στην προλογική σελίδα 9 της Περιπατήτριας ή Walkwoman στα αγγλικά, το υποκείμενο έχει εκ προοιμίου τη δυνατότητα να υιοθετήσει όποιο προσωπείο κι αν θελήσει ad hoc. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η γλώσσα του δεν φέρεται ως να ήταν το όργανο μιας ακραιφνώς εγωκεντρικής ύπαρξης.

τήρηση των όσων προβλέπει ο σεβασμός στις αρχές της έμπρακτης κυριολεξίας, και μάλιστα χωρίς καμία εξαίρεση, υποστηρίζει ενεργά στο πεδίο των απαιτητικών εφαρμογών την ολοκλήρωση του πρωταρχικού σχεδίου. Στους αντίποδες των αδολεσχιών τής καθ’ υπερβολήν ρητορικής εκτόνωσης του συρμού λειτουργεί η πρόταση της Walkwoman. Ούτε συχνές σχοινοτενείς, αχρείαστες παρεμβολές μιας πειθαναγκασμένης, φερτής διακειμενικότητας, ούτε επηρμένες διακηρύξεις ενός επιτηδευμένου φορμαλισμού: ό,τι μας παραδίδεται σε αυτές τις σελίδες συνιστά, από μιαν άποψη, τεκμήριο πνευματικής ακεραιότητας, όπου δεν έχει θέση η φλύαρη αισθηματολογία, ο στρυφνός μυστικισμός και η άτακτη γραμματική.

Φρονώ ότι η ποιήτρια έχει ενστερνισθεί, μεταξύ άλλων, τα διδάγματα του Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς (1883-1993) και του Τάσου Λει βαδίτη (1922-1988) περί αδιαπραγμάτευτης, απόλυτης ρηματικής αμεσότητας. Εξ ου και οι κατασταλαγμένες αναπαραστάσεις του είδους, όπως εδώ, για παράδειγμα: «Το γκούλας είναι ένα διάσημο ουγγρικό πιάτο με μοσχαρίσιο κρέας και πάπρικα. Οταν ο Stanisław επισκέπτεται τη Βουδαπέστη δοκιμάζει γκούλας από πέντε διαφορετικά σημεία.

Οσο εκείνος δοκιμάζει, η γυναίκα του και η κόρη του ψωνίζουν σοσιαλιστικά καλλυντικά. Η κόρη έχει την ηλικία της Ευτυχίας και ο Stanisław έχει είκοσι χρόνια που αυτομόλησε στη Δύση». Επιστρέφω και στις σελίδες αυτές, όταν θέλω να εξακριβώσω άλλη μια φορά την αποτελεσματικότητα του έντεχνου πολιτικού λόγου, ο οποίος, αντί να φλυαρεί ή να προπαγανδίζει, σπεύδει να εστιάσει την προσοχή του στις πανθομολογούμενες ουσίες της ζωής. Η χρήση του υπαινιγμού είναι τότε απαραίτητη, δεν ξεχνά να μου θυμίζει η Μυρτώ Χμιελέφσκι.