ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χρύσα Φάντη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο Τζίντιλι (βραβευμένο με το Ειδικό Βραβείο Λογοτεχνίας, 2021) μυθιστόρημα του Δημήτρη Χριστόπουλου, ένας αφανής μάρτυρας και επισκέπτης από την άλλη όχθη αποκάλυπτε την ιστορία μιας ορεινής κοινότητας, οι κάτοικοι της οποίας στην προσπάθειά τους να ορθοποδήσουν μετά από δύο πολέμους −έναν παγκόσμιο και έναν εμφύλιο− κατέστρεψαν το περιβάλλον τους, παραβιάζοντας τους ρυθμούς και τους κανόνες της φύσης, που οι πρόγονοί τους επί αιώνες ακολουθούσαν και σέβονταν.

Στα χνάρια του Τζίντιλι αλλά και διαφοροποιούμενος από αυτό, στο ανά χείρας πρόσφατο μυθιστόρημά του με τον αμφίσημο τίτλο Ελα να παίξουμε− μέσ’ από το βλέμμα του Στέργιου, ενός αγροτικού γιατρού που επιστρέφει στο νησί της μητέρας του τον Φεβρουάριο του 1992, ο συγγραφέας επικεντρώνεται στη Σίφνο∙ όχι όμως την τουριστική κοσμοπολίτικη Σίφνο του σήμερα, αλλά την ακόμη ανέγγιχτη, των δεκαετιών του 1940, του 1950 και του 1960, μέχρι και των αρχών του 1990.

Ο Στέργιος, επιδιώκοντας να εξιχνιάσει την εξαφάνιση του θείου του στα επτά του χρόνια, τα Χριστούγεννα του 1942 −μια εξαφάνιση που ρήμαξε την οικογένεια και τη ζωή της αγαπημένης του γιαγιάς−, έρχεται αντιμέτωπος με μυστικά που τον σπρώχνουν σε μια εσωτερική αναθεώρηση και διαφορετική αποτίμηση ανθρώπων, γεγονότων και καταστάσεων που στο παρελθόν σε μεγάλο βαθμό τον καθόρισαν, προκαλώντας τόσο στον ίδιο όσο και στους γύρω από αυτόν, μια σειρά από αντιδράσεις, συγκρούσεις και ανατροπές∙ εξέλιξη που τον καλεί ταυτόχρονα να αναμετρηθεί με τα ανεπούλωτα τραύματά του, εξαιτίας της κακοποίησης (σωματικής και ψυχικής) που είχε υποστεί από τον πατέρα του όταν ήταν παιδί και έφηβος.

Στην ουσία, μιλάμε για δύο παράλληλες αλλά και βαθιά αλληλοσυνδεόμενες ιστορίες, όπου συνυπάρχουν το στοιχείο του θρίλερ με το υπαρξιακό και το κοινωνικό, και όπου εμπλέκονται ζώντες και τεθνεώτες∙ πρόσωπα τόσο από το στενό οικογενειακό όσο και από το ευρύτερο περιβάλλον του ήρωα –μεταξύ αυτών: οι γονείς του, η γιαγιά Μαργαρώ και η πεθαμένη προγιαγιά Στεργιανή, ο υπερήλικας Πατριαρχέας, προύχοντας του νησιού και μαυραγορίτης επί Κατοχής, ο από καιρό πεθαμένος καθηγητής Φάνης και ο αγγειοπλάστης Λεωνίδας (παιδικός φίλος του εξαφανισμένου θείου), μια κοπέλα που συναντά στο νησί και φαίνεται να τον εκτιμά και να τον συντροφεύει– όλα μέσ’ από μια ουδέτερη φωνή, η οποία, ωστόσο, μπορεί και ενσωματώνει με άνεση σοκαριστικές παρένθετες εξιστορήσεις και εξομολογητικούς πρωτοπρόσωπους μονολόγους, φωτίζοντας έτσι βαθύτερα και από πολλές πλευρές την ψυχοσύνθεση και τις ποικίλες όψεις και αποχρώσεις των υποκειμένων (σελίδες 28, 48, 50, 51, 56, 62, 63, 75- 81, 107).

«“Πώς τη λένε, μάνα, την ντροπή;” “Ζωή στον τάφο, Στέργιε.” “Πώς τη λένε τη φωνή;” “Ξυράφι στη γλώσσα”». Οπως στο Τζίντιλι, έτσι κι εδώ, ο Χριστόπουλος, με γλώσσα ποιητική και ρέουσα, εμποτισμένη με λέξεις της σιφνιώτικης ντοπιολαλιάς και καλοδουλεμένες μεταφορές, διαχειρίζεται επιδέξια μια σύνθετη σύλληψη, όπου τα γνωστά ανατρέπονται και τα φερόμενα ως δεδομένα από ένα σημείο και μετά παύουν να είναι τέτοια. Με τον χρόνο της αφήγησης να ακολουθεί τις σπείρες της μνήμης και τους αέναους κύκλους της φύσης αλλά και της ίδιας της Σίφνου με την απλή όσο και πολύτροπη ανθρωπογεωγραφία της, τόσο οι ρεαλιστικές όσο και οι αντίστοιχες στοχαστικές αποτυπώσεις δίνουν αβίαστα τη σκυτάλη σε ονειρικά πετάγματα, παλιούς μύθους και μεταφυσικές προβολές.

Η γλώσσα είναι λυρική και το ύφος στις κορυφώσεις σχεδόν λυγμικό, με συνεχείς μεταβάσεις από το φαινομενικά προφανές στο ασύλληπτο και από το αδιανόητο στο ξεκαθάρισμα ενός γεγονότος, το οποίο, ενώ φαίνεται αδιαπραγμάτευτο, αργότερα θα καταστεί και αυτό αμφίβολο και λιγότερο προφανές. Συναντάμε και εδώ τη μείξη μοντερνιστικών και παραδοσιακών στοιχείων∙ τεχνική που ο συγγραφέας ακολουθεί με συνέπεια και διαρκώς εξελίσσει ζωντανεύοντας και εμπλουτίζοντας τη γραφή του τόσο στο σύνολό της όσο και στις επιμέρους εκφάνσεις της.