Η αρχαία Ελλάδα επανέρχεται σίγουρα στη μυθιστορηματική παραγωγή της τελευταίας εικοσαετίας και η παρουσία της πιθανόν κορυφώνεται μεταξύ 2020 και 2022, έχοντας πάντως ξεκινήσει την πορεία της από τις αρχές της Μεταπολίτευσης ή και ακόμα νωρίτερα.
Η συζήτηση για τις διά μακρών αναφορές στην αρχαία Ελλάδα και για τις χρήσεις των αρχαιοελληνικών εικόνων στη νεοελληνική πεζογραφία είναι αχανής και απλώνεται σε πολύ διαφορετικές μεταξύ τους γραμματολογικές περιόδους, ανάλογα με το είδος της εκάστοτε ζήτησης.
Ψάχνοντας, ωστόσο, τους τρόπους της επανόδου σε σχέση με την ανάδειξη και την αναζήτηση σημερινών ταυτοτήτων, δεν μπορώ παρά να περιοριστώ σε ορισμένα, ελάχιστα δείγματα, που ορίζουν ένα κάπως αντιπροσωπευτικό φάσμα προσεγγίσεων, χωρίς να θεωρώ σε καμία περίπτωση πως εξαντλούν και ολοκληρώνουν το ζήτημα.
Με το Μυθιστόρημα του Ξενοφώντα (2004), ο Τάκης Θεοδωρόπουλος (γενν. 1954) θα πλέξει την αφήγησή του γύρω από το πρόσωπο του ομώνυμου αρχαίου ιστορικού. Το βιβλίο θα ξεκαθαρίσει ευθύς εξαρχής τον χαρακτήρα του ως επινοημένου κειμένου.
Η μοναδική μέθοδος, μοιάζει να μας ψιθυρίζει στο αυτί ο συγγραφέας (έκτοτε ασχολήθηκε κατ’ επανάληψη μυθοπλαστικά με την αρχαία Ελλάδα), την οποία διαθέτουμε προκειμένου να αναστήσουμε μυθιστορηματικά μια παγωμένη ιστορική φάση είναι να επιστρέψουμε στα πρωτότυπα κείμενα, επιτρέποντας στη φαντασία μας να τα ερμηνεύσει κατά το δοκούν. Ετσι, ο Θεοδωρόπουλος θα σκιαγραφήσει τον Ξενοφώντα ως έναν ημιαποτυχημένο συγγραφέα – χωρίς σπουδαίο ύφος, δίχως φιλοσοφικό βάθος και με λειψές ιστοριογραφικές ικανότητες. Ποιο άλλου τύπου πρόσωπο θα ήταν τόσο δισυπόστατο και θρυμματισμένο μα και τόσο ταιριαστό με τη λογική των απαρχών του 21ου αιώνα;

Με το Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα, (2009) η Ρέα Γαλανάκη (γενν. 1947) συγχωνεύει τον αρχαιοελληνικό μύθο του Οιδίποδα και τον ευαγγελικό μύθο του Ιούδα του Ισκαριώτη, βασισμένη σ’ ένα ανυπόγραφο ποιητικό αφήγημα της αναγεννησιακής Κρήτης, αλλά και σε ένα σημαντικό κομμάτι της προφορικής κληρονομιάς. Ο συναιρεμένος μύθος θα συνδεθεί με την οικογενειακή ιστορία της Μάρθας, νεαρής Ελληνοεβραίας δασκάλας που φτάνει στις αρχές της δεκαετίας του 2000 σε ένα απρόσιτο χωριό στα ορεινά της νήσου για να ανακαλύψει τους δικούς της Ιούδες και Οιδίποδες: το άγριο παρόν των προπηλακισμών εξαιτίας της ετεροδοξίας.
Με τη νουβέλα Ο βομβιστής του Παρθενώνα (2010), ο Χρήστος Χρυσόπουλος (γενν. 1968) αξιοποιεί τα «Γραπτά» του Γιώργου Β. Μακρή, που πρόλαβε να ευαγγελιστεί την καταστροφή του Παρθενώνα σε ένα κείμενο-προκήρυξη. Ο βομβιστής του Χρυσόπουλου ανατινάζει το αρχαίο μνημείο, ζητώντας επιτακτικά την ανέγερση ενός «Νέου Παρθενώνα». Το παγκόσμιο κλέος των αρχαίων μαρμάρων θα διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη, μαζί με την επιτόπια ιδεολογία της εθνικής συνέχειας.
Ο Χ. Α. Χωμενίδης (γενν. 1966) είναι ακούραστος παρωδός, υπό την έννοια ότι διακωμωδεί τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Με το μυθιστόρημά του Λόγια φτερά (2009), ο Χωμενίδης συνομιλεί όχι μόνο με το αρχαίο πρότυπο του αοιδού, αλλά και με την παράδοση του ελληνιστικού μυθιστορήματος.
Με το μυθιστόρημα Ο βασιλιάς της (2020), ο Χωμενίδης στρέφεται εκ νέου στην αρχαιότητα, αυτή τη φορά στη μυθολογία και στην Ιλιάδα, όχι τόσο για να διακωμωδήσει όσο για να «πειράξει» την παραδεδομένη εικόνα που έχουμε για τον Μενέλαο – από τη μυθολογική πεπατημένη ή και από το ομηρικό κείμενο.
Περνώντας στη φιλολογική εκδοχή της παρωδίας (ενδοκειμενική εξάρθρωση ενός λογοτεχνικού είδους ή έργου), ο Χωμενίδης δεν θέλει να παραλείψει τη διακωμώδηση, κι έτσι ο Μενέλαος αποκτά κωμικά χαρακτηριστικά με πολύ σοβαρή ωστόσο απόληξη, αφού ο μυθικός βασιλιάς μετατρέπεται τώρα σε έναν νεωτερικό αντιήρωα, σε έναν θιασώτη της αίσθησης του προσωρινού και της υπαρξιακής απροσδιοριστίας.
Οι Βάκχες του Ευριπίδη, που διδάχθηκαν στο κοινό μετά τον θάνατό του, πρωτοεμφανίστηκαν στην πεζογραφία του Μισέλ Φάις (γενν. 1957) με το μυθιστόρημά του Πορφυρά γέλια (2010), μιλώντας για ένα είδος ιστορικής αλήθειας η οποία αδυνατεί να σηκώσει το βάρος της. Καμιά ανθρωποφαγία δεν μπορεί να δικαιωθεί στην Ιστορία, ούτε όμως και να διασώσει τον οποιονδήποτε θεό ή να νομιμοποιήσει την οιαδήποτε θεοδικία.
Με αυτή τη δεύτερη, διττή σημασία επαναφέρει ο Φάις τις Βάκχες στη νουβέλα Caput mortuum [1392]. Φάρσα αφανισμού (2022), ολοκληρώνοντας μια τετραλογία για τον Τζούλιο Καΐμη, τον Γεώργιο Βιζυηνό και τον Κάφκα. Ο διαμελισμός του Πενθέα από τη μάνα του και τις μαινάδες του Διονύσου βοηθάει τον συγγραφέα να αναδείξει επί σκηνής μια σύγχρονη φιλοσοφία του αρχαίου δράματος. Η αμφιλογία και ο σχετικισμός του τραγικού λόγου προβάλλονται μέσω ενός Ευριπίδη που οδηγεί την τραγωδία στην αγκαλιά της μαύρης κωμωδίας.
Η Ανδρωμάχη (2022) του Κώστα Ακρίβου (γενν. 1958) αποτελεί μια από τις ευτυχέστερες στιγμές της συνομιλίας των νεότερων πεζογράφων με τους ομηρικούς ήρωες και με τα πρόσωπα της αρχαιοελληνικής μυθολογίας σε ένα κείμενο που δεν ξεπερνά τα όρια του εκτεταμένου διηγήματος. Ο Ακρίβος βασίζεται όχι μόνο στον Ομηρο και τον Ευριπίδη, αλλά και στον Παυσανία.
Ο Ακρίβος παρακολουθεί και άλλες παραδόσεις για την Ανδρομάχη, όπως την Αινειάδα (για να περάσουμε έτσι στον Βιργίλιο και στη λατινική γραμματεία). Η Ανδρομάχη του καταλήγει το ακριβώς αντίθετο από την έλανδρο και την ελέπτολιν Ελένη, που ταυτίστηκε, κατά τον στίχο του Αισχύλου, με τον ολετήρα των ομηρικών αρσενικών, και εκείνο το οποίο θα κυριαρχήσει εντέλει είναι το πένθος τόσο για τους χαμένους όσο και για εκείνες οι οποίες επέζησαν από την καταστροφή της Τροίας, φέρνοντας μαζί τους τη συντριβή της μεταπολεμικής καταβαράθρωσης.
Με τον Κιθαιρώνα (2022), ο Νίκος Α. Μάντης (γενν. 1973) προχωρεί στους δρόμους της επινοητικότητας και της φαντασίας του, συνομιλώντας, όπως και ο Φάις, με τις Βάκχες του Ευριπίδη. Το θέμα του Μάντη δεν είναι τόσο ο διαμελισμός του Πενθέα όσο το πώς ο νέος θεός, που έρχεται να καταλύσει την πολιτική και την ιερή τάξη, αναλαμβάνει να οδηγήσει τις γυναίκες σε έναν κόσμο όπου θα αναλάβουν τη χαμένη κυριαρχία τους, καταργώντας ταυτοχρόνως τη διάκριση μεταξύ αρσενικού και θηλυκού και τις διαφορές ανάμεσα στα φύλα και ανάμεσα στα γένη.
*Ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου είναι κριτικός λογοτεχνίας στην εφημερίδα «Το Βήμα της Κυριακής»
