Το μακρινό ήδη 1995 ο Γιάννης Κιουρτσάκης, από τους πλέον σημαντικούς στοχαστές και δοκιμιογράφους, με το βιβλίο του «Σαν μυθιστόρημα» εισέβαλε ορμητικά και εγκαταστάθηκε και στο πεδίο της πεζογραφίας.
Ακολούθησε το 2000 το «Εμείς οι άλλοι» και το 2007 το «Βιβλίο του έργου και του χρόνου» που συγκρότησαν, τελικά, μια μυθιστορηματική τριλογία.
Πρόσφατα, επανεκδόθηκε το «Σαν μυθιστόρημα», το οποίο έτσι έχει την ευκαιρία να δοκιμάσει τις αντοχές των αφηγηματικών του τρόπων, των μυθοπλαστικών του συμβάσεων και των νοηματικών και ιδεολογικών συμφραζομένων του στη μακρά χρονική διάρκεια και στις όποιες αλλαγές της κριτικής και αναγνωστικής πρόσληψης των λογοτεχνικών κειμένων.
Το πρώτο μυθιστόρημα, βέβαια, του Κιουρτσάκη δεν ήταν ένα τυπικό, καλογραμμένο λογοτεχνικό κείμενο. Εθετε, εκτός των άλλων, προδρομικά, για την εποχή του, ερωτήματα σχετικά με την ειδολογική του κατάταξη. Μάλιστα, ο ίδιος ο συγγραφέας διερωτάται εξαρχής για το κείμενό του, εάν θα είναι «Απομνημόνευμα; Αυτοβιογραφικό αφήγημα; Ή μήπως ένα μυθιστορηματικό δοκίμιο; Κάτι σαν μυθιστόρημα; Ή πάλι ένα είδος μελέτης;».
Στις διερωτήσεις αυτές απαντά το ίδιο το κείμενο με την αρμονική σύνθεση των παραπάνω ειδών. Κινείται στο πεδίο της αυτοβιογραφίας, εμπεριέχοντας όμως και το απομνημόνευμα και τον στοχασμό και τη μυθοπλαστική σύμβαση. Η αυτοβιογραφία, αρχικά, ορίζει τα πλαίσια και τα όρια της αφήγησης.
Τα παιδικά χρόνια του συγγραφέα, οι πρώτες εντυπώσεις του από τον κόσμο, οι σχέσεις του με τους γονείς τους και κυρίως με τον πατέρα, οι καθοριστικές επαφές του με τη λογοτεχνία και τη μουσική, η αναχώρησή του από την Ελλάδα και η ανατέλλουσα ερωτική σχέση του, η ενηλικίωσή του δηλαδή, ορίζουν τον χρόνο και τον πολυεπίπεδο χώρο της. Η θέση του Κιουρτσάκη ως αυτοβιογραφούμενου είναι σχετική, διότι αυτοβιογραφείται σε σχέση με τους άλλους: τον αδελφό του τον Χάρη και τον πατέρα του.
Ο Χάρης διαπερνά ολοκληρωτικά την αφήγηση, είναι μάλιστα η αφορμή για τη δημιουργία της. Ο συγγραφέας, μετά από χρόνια, επιστρέφει στον αδερφό του, περιγράφει τη σύντομη ζωή του, τη σχέση του με τον πατέρα, τη μετάβασή του στο Βέλγιο και τις σπουδές του, τους προβληματισμούς του, τους έρωτες, την ανασφάλεια και τη μη προσαρμοστικότητά του, την αυτοκτονία του τελικά.
Ανασυνθέτει την εικόνα του, αναδεικνύει τις επιρροές που είχε απ’ αυτόν, βιώνει ξανά τον πόνο για τον χαμό του και μέσα από τη γραφή για τον αδερφό του ανακαλύπτει τον δικό του εαυτό.
Ο πατέρας είναι το άλλο βασικό πρόσωπο της αφήγησης. Ο Κιουρτσάκης τον τοποθετεί στην καθημερινότητα των παιδικών του χρόνων, θυμάται την τρυφερότητά του απέναντι στον ίδιο και στον αδελφό του, αλλά και την ιδιότυπη αυστηρότητά του, διαπιστώνει την επιρροή που άσκησε πάνω τους. Δεν αρκείται όμως μόνο σ’ αυτά. Ανασκαλεύει το παρελθόν του, φτάνει ακόμα και στην τουρκοκρατούμενη γενέθλια Κρήτη, τον παρακολουθεί στη διαδρομή του στο δικαστικό σώμα, όπου εντάχθηκε, και στις περιπλανήσεις του στη Βόρεια Ελλάδα και την Ευρώπη στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Εκπληκτος ανακαλύπτει ότι ο αυστηρός συντηρητικός πρώην εισαγγελέας συμμετείχε στις ιδεολογικές και γλωσσικές διαμάχες της εποχής του, ήταν ιδρυτικό μέλος του δημοτικιστικού ομίλου στα Χανιά και κήρυκας τότε των φιλελεύθερων ιδεών. Ο συγγραφέας, όμως, δεν μένει μόνο στις οικογενειακές μνήμες και σχέσεις. Συχνά, εκκινώντας από αυτές, εντάσσει στην αφηγηματική προβληματική του και το «έξω».
Παρατηρεί τον ταχύτατα μεταβαλλόμενο αστικό χώρο, διαπιστώνοντας με θλίψη ότι θάφτηκε «κάτω από το μπετόν ολόκληρο σχεδόν το παρελθόν μας». Καταγράφει τη θεώρηση της Ευρώπης ως χώρου πολιτισμού και ανάπτυξης από τον πατέρα, τον αδελφό του και τον ίδιο και γενικότερα από τις σχετικά μορφωμένες ανώτερες κοινωνικές τάξεις τη δεκαετία του 1950. Αντιστικτικά δε, παραθέτει συνεχώς τις περιγραφές από τις επιστολές του Χάρη, ο οποίος βίωνε πραγματικά την Ευρώπη και τις διαφορετικές νοοτροπίες των κατοίκων από αυτές των Ελλήνων.
Ο Κιουρτσάκης, όμως, δεν αφηγείται και δεν αυτοβιογραφείται μόνον. Ολα εκείνα που τον σημάδεψαν, που σημαδεύουν κάθε άνθρωπο, η ζωή και ο θάνατος, ο έρωτας, ο πόνος, οι απουσίες, αλλά και η γραφή ως πράξη και νόημα, φιλτράρονται και επανακατατίθενται ως αναστοχαστική δοκιμή. Κυριαρχεί βέβαια η διερεύνηση της έντονης και πολυεπίπεδης συμπληρωματικής/αντιθετικής σχέσης του συγγραφέα ως εαυτού με τον Χάρη, αδελφό του αλλά και ταυτόχρονα Αλλο.
Η αυστηρή δόμηση του υλικού και η πυκνή νοηματική δύναμη χαρακτηρίζουν την αφήγηση χωρίς όμως να τη βαραίνουν. Αντίθετα, η άμεση βιωματική γραφή, το ύφος και η ανέλιξη της μυθοπλασίας, η διάχυτη τρυφερή ατμόσφαιρα, συνεισφέρουν στην αναγνωστική υποδοχή τού, σύνθετου ειδολογικά, μυθιστορήματος και του στοχασμού που το χαρακτηρίζει.
Το «Σαν μυθιστόρημα», τελικά, άντεξε και αντέχει στο πέρασμα του χρόνου γιατί οι αφηγηματικοί τρόποι του και τα πολλαπλά ερωτήματα που θέτει απασχολούν και τώρα τη σύγχρονη ανθρώπινη συνθήκη.
