ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χρύσα Φάντη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο «Αλυπος», δέκατο όγδοο μυθιστόρημα της Ελένης Γκίκα, αν και τιτλοφορείται «αστυνομικό», επί της ουσίας συγκροτεί μιαν αγωνιώδη υπαρξιακή και πολιτική ιστορία.

Με κύριο χαρακτηριστικό την τραγική ειρωνεία, η γνωστή και πολυγραφότατη συγγραφέας και βιβλιοκριτικός εστιάζει στα ανθρώπινα πάθη, αφού ο Τελευταίος Αλυπος, σε αντιδιαστολή με τον ομώνυμο γλύπτη της αρχαιότητας, ούτε νικητήριος ούτε άλυπος είναι· αντίθετα, είναι αυτός που σπέρνει εις εαυτόν και αλλήλους τον όλεθρο και την καταστροφή.

Το βιβλίο ξεκινά με τους αποτρόπαιους φόνους τριών παιδιών σε μια φιλήσυχη παραθαλάσσια πόλη. Τους φόνους σύντομα θα διαδεχτούν τα τυφλά χτυπήματα στην παρέλαση και οι εκρηκτικοί μηχανισμοί. Τα εγκλήματα, φαινομενικά ασύνδετα μεταξύ τους, εκτός από τη σύγχυση που προκαλούν στον ιδιόρρυθμο αστυνόμο, που αγαπά τα φυτά και την ποίηση, κι ενώ δεν ξέρει και ο ίδιος από πού να πιαστεί όταν καλείται να τα εξιχνιάσει, αναζωπυρώνουν τον φόβο και σε κάποιους παλαιότερους οι οποίοι έχοντας διατελέσει στα νιάτα τους μέλη μιας τρομοκρατικής ομάδας, παραιτημένοι πια και ο καθένας για τους δικούς του λόγους, έχουν επιστρέψει στα πατρογονικά εδάφη.

Με την έρευνα για τον εντοπισμό των ενόχων να προχωρεί ασθμαίνοντας, οι σκέψεις και οι προβληματισμοί των τελευταίων κορυφώνονται. «Η εποχή κατόρθωσε να κάνει εκείνο που δεν κατάφερα εγώ μια ζωή∙ να με κάνει αόρατο», σκέφτεται ένα από τα πρώην μέλη της οργάνωσης (Ο άντρας ψηλά στο βουνό), ενώ Η Γυναίκα στη βορινή κουζίνα, πάλαι ποτέ δημοσιογράφος, δεν τρέφει καμιά αυταπάτη: «Ποτέ του δεν ησυχάζει κανείς. Εκείνο που υπήρξε για πάντα θα τον ακολουθεί», ομολογεί. Την ίδια στιγμή, σε ένα δικό της σύμπαν, μια «θεούσα», με το ραδιόφωνο στον σταθμό της Εκκλησίας, αναλογίζεται άπραγη «τα ύστερα του κόσμου» προϊδεάζοντάς μας για ό,τι ήθελε ακολουθήσει, σε αντίθεση με μια Μαίρη Πόπινς που δεν σταματά να συντρέχει τους πάντες, νιώθοντας υπόχρεη, ως «το μοναδικό παιδί που επέζησε σε μια οικογένεια που έχανε τα παιδιά με χίλιους παράδοξους τρόπους».

Μέσ’ από μια θερμή και ιδιότυπα ρυθμική γραφή και με φόντο έναν μύθο που έλκει την καταγωγή του από τους Ατρείδες, τον Οιδίποδα και τον Αμλετ του Σέξπιρ, παλιές ιδέες και ιδεοληψίες, μνήμες, αγάπες, μίση και προδοσίες αναβιώνουν.

Οι ζοφερές σκέψεις και τα ποικίλα αδιέξοδα των ηρώων, διανθισμένα από πικρό χιούμορ και ανελέητο αυτοσαρκασμό, διακόπτονται από στιχάκια, ποιήματα και εκτενή αποσπάσματα από ιστορικά, επιστημονικά, φιλοσοφικά και λογοτεχνικά βιβλία, ταινίες του Ταρκόφσκι, εκκλησιαστικά κείμενα και άλλα, αλιευμένα από το διαδίκτυο∙ κείμενα που αναφέρονται στους διωγμούς επί Στάλιν ή στον δικό μας εμφύλιο και τη χούντα, το ζήτημα της αυτοχειρίας και την πατροκτονία, την τρομοκρατία σε αντιδιαστολή με το πνεύμα του Διαφωτισμού και τον ουμανισμό, τις αντικρουόμενες θέσεις του Καμί και του Σαρτρ ή τη 17 Νοέμβρη και την παραμονή του Ρολφ Πόλε στην Ελλάδα· κάποια σε εμμονική επανάληψη –όπως, για παράδειγμα, οι ρήσεις του Αμος Οζ ή το «Εδώ Πολυτεχνείο» του Βασίλη Ραφαηλίδη– κυκλώνοντας έτσι την κεντρική ιστορία ή εμφανώς παρεκκλίνοντας από τον κεντρικό της άξονα και φωτίζοντάς την αλλιώς, σε μια εμφατική και ενδιαφέρουσα συμπόρευση και αντιδιαστολή.

Ολο το βιβλίο, άλλωστε, όπως συμβαίνει και με τα προηγούμενα πεζογραφήματα της συγγραφέως, κλείνει προς την πλευρά μιας διαρκούς παράθεσης και αντιπαράθεσης διακειμενικών στοιχείων, με τον κεντρικό πυρήνα του να διασπάται σε ποικίλες διακλαδώσεις οι οποίες, σε αρκετές περιπτώσεις, αυτονομούνται καταλαμβάνοντας μέχρι και τα δύο τρίτα ενός κεφαλαίου.

Και τότε, όμως, οι τριτοπρόσωπες και πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις των πρωταγωνιστών συνεχίζουν να κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, με την ενδελεχή σκιαγράφηση των χαρακτήρων, τις αποστομωτικές καταθέσεις αλλά και αυτή καθαυτή την πλοκή, τις αλλεπάλληλες διερωτήσεις κι ένα πλήθος από αινίγματα να ανατρέπουν τα όποια πατήματα αυτή προσωρινά του παρέχει.