Εναν χρόνο μετά τη νουβέλα «Η Φαίδρα που καίγεται» (Νεφέλη, 2021), στην οποία η ηρωίδα, στον αντίποδα της ενοχικής Φαίδρας του αρχαίου μύθου, αναλάμβανε την ευθύνη της επιθυμίας της και ερχόταν αντιμέτωπη με τη φωτιά, η Αμάντα Μιχαλοπούλου επανέρχεται σκιαγραφώντας ένα νέο σύμπαν, μέσ’ από τα μάτια μιας σκληρά εργαζόμενης φοιτήτριας. Στη νουβέλα της «Η μεταμόρφωσή της» (Καστανιώτης, 2022), η φοιτήτρια που ακούει στο όνομα «Σάσα» (όνομα που παραπέμπει στον Σάμσα του Κάφκα), ξαφνικά καταρρέει, όχι όμως για τους λόγους που καταρρέει ο καφκικός ήρωας. Νιώθει την πίεση από την οικογένεια αλλά εκείνο που κατεξοχήν την εξαγριώνει και την αναγκάζει να μεταμορφωθεί σε άντρα είναι η κοινωνία μες στην οποία κινείται και στην οποία προσπαθεί να ενταχτεί και να υπάρξει. Μια κοινωνία η οποία, ενώ έχει βγει από έναν βιβλικό κατακλυσμό, συνεχίζει να αντιμετωπίζει το γυναικείο φύλο με τα ίδια άκαμπτα πατριαρχικά πρότυπα.
Υπάρχει κι εδώ, όπως και στον Κάφκα, μια δυστοπία και μια έντονη ανοικείωση, δεν είναι λίγο για μια νέα κοπέλα να ξυπνά μια μέρα με πέος και τρίχες σε όλο της το κορμί, ωστόσο η Σάσα (σε αντίθεση με τον Σάμσα) θα καταφέρει να μετατρέψει τον εφιάλτη σε κάτι φωτεινό και εποικοδομητικό, σε μια καλοδεχούμενη εσωτερική μετάβαση από το καταπιεσμένο, διστακτικό και αδύναμο πλάσμα, που δήθεν εκπροσωπούσε τη γυναικεία πλευρά της, σε μια εσωτερική πλήρωση, σε ένα ον ολοκληρωμένο, που μαθαίνει να διαχειρίζεται πολλαπλά και επιτυχώς τη νεοαποκτηθείσα διττή φύση του.
Η Σάσα στην αρχή θα τρομάξει, θα θελήσει να εξαφανιστεί, αλλά σύντομα θα συνειδητοποιήσει ότι το ρήγμα που έχει καταφέρει με τη νέα της εμφάνιση στη φαλλοκρατική εξουσία είναι συντριπτικό, το πλήγμα στη σκοποφιλική, ηδονοβλεπτική σεξουαλικότητα που βασίζεται στο αντρικό βλέμμα (male gaze), δεν είναι μόνο ακαριαίο αλλά και ακραία απελευθερωτικό και διασκεδαστικό. Στη νουβέλα, η γκροτέσκο σκηνή με τον επιστάτη που τρελαίνεται όταν βλέπει τη Σάσα-άντρα είναι ενδεικτική. Η νεαρή κοπέλα λέει όχι στην παθητικότητα και την υποταγή, αρνείται να είναι γυναίκα, αν γυναίκα σημαίνει να είσαι ένα όμορφο αντικείμενο που έχει ως μοναδικό σκοπό να εξάπτει τα αντρικά ένστικτα και να εξαρτά από αυτά την ύπαρξη και την καταξίωση.
Σε πρώτη φάση -μετά την αναπάντεχη αλλαγή της σε μια μορφή με όλα τα βιολογικά χαρακτηριστικά του άντρα (sex): αρρενωπότητα, μυϊκή δύναμη, αυξημένη τεστοστερόνη- θα αποδεχτεί πρόθυμα και θα καλλιεργήσει με κέφι όλα όσα μια τέτοια διαφοροποίηση συνεπάγεται και προϋποθέτει, τόσο σε κοινωνικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο (gender): εξουσία, φιλοδοξία, ανταγωνιστικότητα, αυτοπεποίθηση, έμφαση και εστίαση στη δημιουργικότητα και την επαγγελματική επιτυχία, αλλά και μια μεγάλη δόση ελευθεριότητας και αδιαφορίας σε ό,τι αφορά το συναίσθημα, τον έρωτα, τις σχέσεις με το άλλο φύλο, την αυτοθυσία και την αυταπάρνηση, τη φροντίδα των παιδιών και των ανήμπορων μελών μέσα στην οικογένεια. Αργότερα, ως ύπαρξη που μπορεί να κινείται ως άντρας χωρίς να καταπιέζεται και να υποβαθμίζεται ως θηλυκότητα, αυτός ο ρόλος θα πάψει να τη συναρπάζει.
Σε ένα πρωτόπλαστο, υδάτινο περιβάλλον, χωρίς το ηλεκτρικό ρεύμα και τα σύγχρονα συμπαρομαρτούντα (ίντερνετ, κινητά, ηλεκτρικές οικιακές συσκευές, ηλεκτρονικά παιχνίδια, εξελιγμένα συστήματα παρακολούθησης και αστυνόμευσης), η Σάσα δεν θα μείνει στην επιφάνεια, αλλά και δεν θα επιστρέψει στην πρότερη κατάστασή της. Για να καλύψει τα κενά της δεν θα ψάξει στον άλλον το άλλο μισό της, δεν θα κοιτάξει να γραπωθεί από κάπου για να νιώσει ολοκληρωμένη. Θα σκύψει μέσα της και όταν νιώσει έτοιμη, αντί για το συν-πλήρωμα θα γυρέψει τη συν-πόρευση.
Η Μιχαλοπούλου στην ανά χείρας νουβέλα εμπνέεται από τον Κάφκα, τη Σιμόν ντε Μποβουάρ (γυναίκα δεν γεννιέσαι, γίνεσαι) και τις ιδέες της Judith Butler, αλλά δεν μένει σ’ αυτές. Επικαλείται τη λογοτεχνία ως τον πιο δυνατό και αποτελεσματικό τρόπο για να αναδείξει το διαφορετικό και να ταυτιστεί με ό,τι πιο πολύ την τρομάζει, για να πνίξει τους μηχανισμούς καταπίεσης χωρίς να περιχαρακώνεται, διευρύνοντας τα υποκείμενα και όχι συστέλλοντας τις ιδέες τους. Στόχο που επιτυγχάνει τοποθετώντας τους ήρωές της σε μια μετα-Εδέμ, ένα χρωματιστό μελθόν, όπως το ονομάζει, μια κοινωνία με κατεστραμμένες τις υλικές υποδομές, όπου τα αγαθά σπανίζουν και οι πολίτες της καλούνται να ζήσουν «αλλιώς» και να δημιουργήσουν με τα ελάχιστα. «Ακόμη και στα κτίρια της ακροποταμιάς, που ολίσθαιναν προς το νερό, έβλεπαν απλές εκδηλώσεις εντροπίας, αφορμές για ν’ αναρωτηθούν πώς πρέπει να ζήσουν».
