Τη φόρμα της νουβέλας επιλέγει ο στιλίστας Γκράχαμ Σουίφτ για να μας αφηγηθεί τη μυστική ιστορία της Τζέιν Φεαρτσάιλντ, συμπυκνωμένη και έντονη· μια ιστορία που θαμπώνει τον αναγνώστη με τη γλώσσα, το ύφος, τη δομή, τις χρονικές παλινδρομήσεις αλλά και τις μεταμορφώσεις που επέρχονται ύστερα από κομβικές στιγμές, δίνοντάς μας εκτός από το καθοριστικό γεγονός για τη ζωή της (την Κυριακή της μητέρας τού 1924) και άλλες στιγμές μελλοντικές, που φτάνουν μέχρι τα βαθιά γεράματά της. Την ημέρα εκείνη η Τζέιν, καμαριέρα σε εξοχική έπαυλη της Αγγλίας, μετά από μια δραματική εμπειρία παίρνει στα χέρια της τη νουβέλα του Τζόζεφ Κόνραντ «Τα Νιάτα» –(υπάρχουν πλήθος αναφορές στο έργο του Πολωνού συγγραφέα που έγραψε στα αγγλικά)– και είναι η επίδρασή του που, στη συνέχεια, θα την οδηγήσει στη δική της όχθη και θα τη βοηθήσει να διασχίσει «ένα αδιαπέραστο φράγμα. Θα καταλάβαινε ότι κι εκείνη επίσης θα έπρεπε να βρει μια γλώσσα, έστω και αν είχε γλώσσα, αφού τελικά η γραφή δεν ήταν παρά το να βρεις μια γλώσσα, να βρεις τη γλώσσα».
Η Τζέιν μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο, ένα έκθετο παιδί χωρίς γονείς, χωρίς όνομα, χωρίς συγγενείς, αρχίζει τη ζωή της απολύτως ελεύθερη από συναισθηματικούς και άλλους δεσμούς και αυτή η ελευθερία τής μαθαίνει άλλους τρόπους να υπάρχει, κυρίως μέσα από την ανάγνωση βιβλίων και αργότερα μέσα στις ιστορίες που η ίδια επινοεί και που παίρνουν θέση (ενίοτε ακαθόριστη) και τα βιώματά της.
Η ιστορία αρχίζει σαν παραμύθι «Ηταν Μάρτιος του 1924, μια μέρα που θύμιζε Ιούνιο». Η Κυριακή της μητέρας, ημέρα αργίας για το υπηρετικό προσωπικό, μια μέρα που μπορούσαν να επισκεφτούν την οικογένειά τους ή να την περάσουν όπως την επιθυμούσαν. Εκείνη τη μέρα η Τζέιν βρέθηκε αναπάντεχα στο γειτονικό κτήμα και συνάντησε τον νεαρό μποέμ Πολ Σέρινγκαμ, που υπήρξε εδώ και μια εξαετία μυστικός εραστής της, από την εποχή που άρχισε να εργάζεται ως καμαριέρα στην έπαυλη των Νίβεν.
Αυτή θα είναι η τελευταία συνάντησή τους καθώς ο Πολ πρόκειται να παντρευτεί («για το χρήμα») μια κοπέλα της τάξης του και, μάλιστα, αμέσως μετά τη συνεύρεσή τους πρέπει να βιαστεί να τρέξει με το αυτοκίνητο για να τη συναντήσει.
Στο πρώτο μέρος του βιβλίου κυριαρχεί αυτή η μέρα ελευθερίας για το υπηρετικό προσωπικό, οι ρόλοι αντιστρέφονται και μέσα από την οπτική της Τζέιν βλέπουμε το σώμα και τον χώρο του εραστή της καθώς τον παρατηρεί να ετοιμάζεται, να ντύνεται και να καλλωπίζεται, ενώ η ίδια παραμένει ξαπλωμένη και αμετακίνητη στο κρεβάτι του (όπως στον πίνακα nude του Μοντιλιάνι), καταγράφοντας κάθε κίνησή του, τα αντικείμενά του, τα ρούχα του, τα λόγια του, την απροθυμία του να την αφήσει. Στη συνέχεια η Τζέιν θα περιπλανηθεί στο σπίτι, γυμνή, παρατηρώντας κάθε γωνιά, κάθε φωτογραφία, κάθε συνήθεια και ίχνη των ενοίκων, ως άλλος μυστικός πράκτορας.
Μέσα από τις ταυτίσεις με τον Πολωνό συγγραφέα, τις ψυχολογικές μεταβιβάσεις της, αλλά κυρίως μετά την ανάγνωση του μυθιστορήματός του «Μυστικός πράκτορας» ανακαλύπτει ότι θέλει και η ίδια να γίνει συγγραφέας και όπως εκείνος έμαθε να γράφει σε μια ξένη γλώσσα, την αγγλική, αναζητά κι εκείνη τη δική της γλώσσα, τον τρόπο να πει τις ιστορίες της: «Τώρα είχε αρχίσει να πιστεύει ότι ο ίδιος ο Κόνραντ πρέπει να ήταν ένα είδος μυστικού πράκτορα που γλιστρούσε ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους. Και πολύ αργότερα θα σκεφτόταν, και μερικές φορές θα έλεγε, ότι όλοι οι συγγραφείς είναι μυστικοί πράκτορες. Ισως όμως η αλήθεια να ήταν –αν και αυτό δεν επρόκειτο να το πει– ότι όλοι μας είμαστε μυστικοί πράκτορες, αυτό είμαστε».
Η «Κυριακή της Μητέρας» ξεκινάει σαν παραμύθι με το «μια φορά κι έναν καιρό», συνεχίζει σαν μια μεταμορφωτική αισθησιακή ιστορία ενηλικίωσης και καταλήγει σε μια πραγματεία για τη φύση της αλήθειας. Ο Σουίφτ της «Υδάτινης χώρας» και του «Τελευταίου γύρου» αποδεικνύει ότι η μικρή φόρμα μπορεί να στεγάσει πολύ περισσότερα από μια απλή ιστορία, αν ο συγγραφέας διαθέτει τη μαεστρία της συμπύκνωσης, χωρίς να αφαιρεί τους χυμούς της γλώσσας. Η Κατερίνα Σχινά με συνέπεια και έμπνευση μας μεταφέρει την ακρίβεια αλλά και τη συγκίνηση που διατρέχει ολόκληρο το έργο του Σουίφτ.
