Στις πρόσφατες συλλογές διηγημάτων της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου («Διάψαλμα») και της Ευγενίας Μακαριάδη («Το ράγισμα») οι προσωπικές καταγραφές δεν είναι άμοιρες των ιστορικών γεγονότων του περασμένου αιώνα. Στις αφηγήσεις τους, ο σκληρός ρεαλισμός συμβαδίζει με το ονειρικό πέταγμα και το παράλογο συνυπάρχει αρμονικά με το οικείο και το φθαρμένο
Στα είκοσι έξι διηγήματα που απαρτίζουν Το ράγισμα (εκδ. Βακχικόν 2021) –προηγήθηκε το μυθιστόρημα Μύριαμ και Χάννα (Λιβάνης, 2001) και η συλλογή διηγημάτων Ψευδάνθρακας και άλλες ιστορίες (Βακχικόν, 2019)–, η Μακαριάδη άλλοτε επιλέγει σχετικά κλασική φόρμα για να περιγράψει τις περιπέτειες ανθρώπων, οι οποίοι είτε ανήκαν σε εθνότητες που διώχτηκαν (Εβραίοι που προδίδονται από Ελληνες και αφανίζονται από τους Γερμανούς, Ελληνες εγκλωβισμένοι στην Τουρκία ή σε γειτνίαση με μουσουλμάνους της Θράκης) είτε είναι πρόσφυγες και μετανάστες, κι άλλοτε με τρόπο περισσότερο κρυπτικό και ρευστό εστιάζει στη δίνη της ύπαρξης και τις οικογενειακές συνθήκες και μνήμες. Κοινό χαρακτηριστικό στα περισσότερα από τα διηγήματα της συλλογής η νοηματική πύκνωση και η εκφραστική δεινότητα.
Πόλεμοι, κοινωνικές προκαταλήψεις, ανισότητες, προδοσίες σφραγίζουν τη μοίρα των ηρώων στα διηγήματα «Σταφιδόψωμο», «Το λάμδα», «Μπαρούτι και χρυσός», «Αγγελικό σχήμα», «Ενα ποτήρι Chateau Margaux», ενώ και σε άλλα πιο εσωστρεφή («Αναποδογυρισμένη γόβα», «Γράμμα σε χαρτί καντριγιέ», «Ανθισμένες μιμόζες», «Ο άντρας με το φανελένιο πουκάμισο», «Το ράγισμα», «Ζιγκ ζαγκ», «Το ντουλάπι», «Πλημμυρικά φαινόμενα», «Ζεστή σοκολάτα», «Τα φτερά της Αγγελικής» κ.ά.), η διαχρονικότητα δρα παράλληλα με την ιστορικότητα και η εντοπιότητα περισσότερο ενισχύει παρά αναιρεί την υπαρκτική μαρτυρία: «Τα ρολόγια μετρούν τα δευτερόλεπτα, τα λεπτά, τις ώρες.
Οι άνθρωποι μετρούν τα χρόνια. “Πόσο χρόνων είσαι;”». Η νοσταλγία και οι καταπιεσμένες από τον καιρό της εφηβείας ερωτικές επιθυμίες ενός συνταξιούχου που νοσηλεύεται με καρκίνο θα γίνουν φαντασίωση και παράκρουση για έναν ταλαίπωρο σύζυγο, ενώ σε μια σκοτεινή και δυστοπική ατμόσφαιρα δυο παιδιά θα συναντηθούν και θα ανταλλάξουν τις εμπειρίες τους, με το κορίτσι, παθιασμένο με τη χρυσοχοΐα, να κουβαλάει για «σιρμαγιά» ένα κεφάλι με τριάντα δύο χρυσά δόντια.
Πρωτότυπα δουλεμένο το ποιητικό και παραμυθητικό στοιχείο δικαιώνει το σύνολο, ενώ τα κάπως πιο γειωμένα «Και ο νοών νοείτω» και «Ευ θανείν» θα μπορούσε να ειπωθεί πως λειτουργούν σε αντίστιξη.

Μετά τη Μακρυγιαλού (2017, εκδ. Εντευκτηρίου), η Παναγιωτοπούλου επανεμφανίζεται με το Διάψαλμα, μια δεύτερη συλλογή με δεκαοκτώ διηγήματα από τις ίδιες εκδόσεις. Στον απόηχο των παγκόσμιων πολέμων και με τις μνήμες του εμφύλιου ακόμη νωπές, η συγγραφέας πλάθει μύθους και επινοεί ιστορίες που καταγράφουν τον πόνο και συχνά ξεπερνούν την καθημερινότητα και το ανθρώπινο μέτρο («Ο γάμος», «Ο Γωνίτσας», «Ο κώδικας», «Η διόρθωση», «Ο ράφτης, «Η εκδίκηση», «Διάψαλμα» κ.ά.) – εστιάζοντας στο απομεινάρι από ένα πτώμα που έμεινε άθαφτο ή αποκαλύπτοντας ένα κρυφό, αδιόρατο σημάδι πάνω σε μια πολυκαιρισμένη φωτογραφία.
Τα πρόσωπα, στον αγώνα τους να αντισταθούν και να αντιπαλέψουν με ανυπέρβλητους εξωγενείς παράγοντες, εμφανίζονται άλλοτε τραγικά γήινα και άλλοτε ονειρικά και εξαϋλωμένα. Το ίδιο κι όταν παραιτούνται, ηττώνται ή αναγκάζονται να συμβιβαστούν, αντιμέτωπα με παλιά μυστικά, ενοχές, τύψεις. Το έγκλημα και η κοινωνική αδικία σπρώχνει τους χαρακτήρες στην επιθυμία για εκδίκηση, υπάρχει όμως και η άλλη όψη, λιγότερο ζοφερή, που πριμοδοτεί τον έρωτα και τη δημιουργία.
Κι εδώ το τοπικό ιδίωμα σε συνδυασμό με την πάλλουσα προφορικότητα της γλώσσας είναι κυρίαρχο. Οι ανώνυμοι τάφοι και τα κορμιά των αθώων συμπλέουν με τις πικρές ονειροπολήσεις εκείνων που έμειναν πίσω τους αλλά και όσων μιλούν τη γλώσσα των καλλιτεχνών, των αλαφροΐσκιωτων και των ξωτικών («Το πέταγμα», «Διάψαλμα»). Η αυθεντικότητα, η φαντασία στη σύλληψη και ένα είδος χθόνιου ρεαλισμού απογειώνουν τις επιμέρους αφηγήσεις της συλλογής, όπως στα υποδειγματικά «Τα σκυλιά» και «Το λάθος».

