ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αργυρώ Μαντόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Μιούριελ Σπαρκ, γεννημένη στη Σκοτία, βραβευμένη μετά θάνατον με το Lost Man Booker Prize, μία από τις πλέον καινοτόμες συγγραφείς της αγγλόφωνης πεζογραφίας, έγραψε το «Στη θέση του οδηγού» πάνω από πενήντα χρόνια πριν (1970), ένα «αντιαστυνομικό» μυθιστόρημα (όπως χαρακτηρίστηκε) που καταργεί όλες τις συμβάσεις του είδους, αντιστρέφοντας τους όρους και αμφισβητώντας τόσο την ενοχή και τα κίνητρα του δράστη όσο και την αθωότητα ή την άγνοια του θύματος. Η Σπαρκ παίρνει με παιγνιώδη μαεστρία τις κορεσμένες λογοτεχνικές συνταγές του αστυνομικού και τις αποδομεί (όχι χωρίς μαύρο χιούμορ), επιχειρώντας να αφηγηθεί την ιστορία της με τρόπο που να μπορούν να αμφισβητηθούν τα κίνητρα και οι πράξεις των χαρακτήρων.

Ποιος είναι ο φονιάς; Ποιος είναι στη θέση του οδηγού, ποιος κινεί τα νήματα; Αλλά, κυρίως, ποια είναι τα κίνητρα; Η Λιζ, η κεντρική ηρωίδα, είναι το θύμα ή ο θύτης; Οι άντρες και όλοι οι άνθρωποι που την πλησιάζουν, τι ακριβώς ζητούν από εκείνη και ποιος θα ωφεληθεί από τον θάνατό της; Ολη η οργάνωση και η τελετουργική κορύφωση για ποιο λόγο γίνεται εν τέλει; Σε τι αποσκοπεί η Λιζ όταν σκηνοθετεί η ίδια την πλοκή της ζωής της και επινοεί το μυστήριό της; Αυτά τα ερωτήματα που τίθενται κατά τη ροή της ιστορίας αφορούν κυρίως τον αναγνώστη, όχι μόνο του εικοστού αλλά και του εικοστού πρώτου αιώνα, που έχει αποδεχτεί ότι ίσως πρέπει ο ίδιος να ανακαλύψει τις απαντήσεις ή, καλύτερα, ότι οι απαντήσεις δεν είναι ο λόγος που διαβάζουμε μια ιστορία.

Στη θέση του οδηγού, η Σπαρκ αξιοποιεί τον ενεστώτα, προσδίδοντας στην ιστορία την αίσθηση του κατεπείγοντος με ελάχιστη δράση. Η Λιζ, που εργάζεται εδώ και χρόνια σ’ ένα λογιστικό γραφείο, πηγαίνει σε ένα πολυκατάστημα για να αγοράσει ένα φόρεμα για το ταξίδι που ετοιμάζεται να κάνει στον Νότο. Η πωλήτρια την πληροφορεί ότι το φόρεμα που δοκιμάζει είναι ανθεκτικό στους λεκέδες, αλλά η Λιζ δεν θέλει ένα φόρεμα ανθεκτικό, θέλει ένα φόρεμα κραυγαλέο, προφανώς για να κάνει παντού αισθητή την παρουσία της. Η Λιζ φεύγει από το κατάστημα και επιστρέφει στη δουλειά, το αφεντικό τής προτείνει να πάει σπίτι να ξεκουραστεί, αλλά εκείνη πηγαίνει σε άλλο πολυκατάστημα και επιλέγει ένα πολύχρωμο φόρεμα και ένα παλτό που δεν ταιριάζουν καθόλου. Παρά τις αντιρρήσεις της πωλήτριας αποφασίζει ότι αυτό είναι το ρούχο με το οποίο θέλει να ταξιδέψει.

Την επομένη, στο αεροδρόμιο απολαμβάνει το ξάφνιασμα που προκαλούν τα αταίριαστα ρούχα της. Αγοράζει ένα βιβλίο και στην ουρά για την επιβίβαση βλέπει έναν καλοντυμένο κύριο και παραμένει κοντά του, ενώ κάποιος άλλος άντρας την ακολουθεί. Οταν κάθεται δίπλα του αυτός τραβιέται μακριά της σαν να έχει κατατρομάξει. Ο άλλος άντρας κάθεται δίπλα της, της συστήνεται ως Μπιλ και της κάνει διάφορες προτάσεις. Η Λιζ προσέχει έναν τρίτο άντρα που κάθεται πίσω της και του δείχνει το εξώφυλλο του βιβλίου επιδεικτικά. Λέει στον Μπιλ ότι νόμισε πως ο άντρας αυτός ήταν «ο τύπος της», αλλά έκανε λάθος. Η ιστορία συνεχίζεται στη Ρώμη όπου θα έχει διάφορες, τυχαίες ή μη, συναντήσεις μέχρι να βρει τον «τύπο της», σχεδιάζοντας κάτι που όλο αναβάλλεται ή ακυρώνεται.

Η Λιζ θα μπορούσε να είναι σύμβολο της εποχής, όπως έχει γραφεί, ένα πλάσμα του όψιμου εικοστού αιώνα, καταναλωτικό, μοναχικό, αποξενωμένο σε ένα ψυχρό σύμπαν, που βρίσκεται πότε στα πολυκαταστήματα, πότε στις σύντομες πτήσεις και στα αδιάφορα λόμπι ξενοδοχείων, ένα πνεύμα κατακερματισμένο που έχοντας συρρικνώσει το μέσα του αναζητεί τρόπους να υπάρξει (ή και τρόπους να αφανιστεί) – μια γυναίκα που τρελάθηκε στην προσπάθειά της να πάρει τον έλεγχο.

Η αυτάρκειά της μας ξενίζει, η αδιέξοδη ψυχολογική κατάστασή της μας συγκινεί, το γυναικείο εγώ της συρρικνώνεται σε ένα σύμπαν μηδαμινών προσδοκιών εκτός κι αν κάνει η ίδια το μεγάλο άλμα και δώσει νόημα στο τίποτα, προτάσσοντας τη δική της βούληση απέναντι σ’ έναν αδιάφορο κόσμο, κατακτώντας την ελευθερία της – εφόσον δεν μπορεί να κάνει τη ζωή όπως θέλει, μπορεί τουλάχιστον να επιλέξει τον τρόπο που θα φύγει. Ενα εμβληματικό έργο που αποδόθηκε θαυμάσια στη γλώσσα μας από τη Χίλντα Παπαδημητρίου.