Ο Αλέξανδρος Παπαγεωργίου-Βενετάς αναφέρεται στον εαυτό του ως αρχιτέκτων-πολεοδόμος και ιστορικός της πολεοδομίας. Θα συμπληρώναμε, με πλούσιο έργο, διδακτικό και συμβούλου, στο εξωτερικό, και επιπλέον με εξαιρετικές επιδόσεις στο δεύτερο, το ιστορικό σκέλος της δραστηριότητάς του, με πλήθος εκδόσεων. Ομως αυτό το βιβλίο, με θέμα το χρονικό μιας διήμερης συνάντησης στην Αθήνα τον Φεβρουάριο του 1966 για το μέλλον της Πλάκας, χαρακτηρίζεται από τον ίδιο στην προμετωπίδα «μια μαρτυρία», γιατί τυχαίνει να είναι ταυτόχρονα «ιστορικό τεκμήριο» και «προσωπικό χρονικό», αφού και ο ίδιος, νεαρός τότε, μετείχε στην εκδήλωση.
Τα στατιστικά στοιχεία της συνάντησης είναι εντυπωσιακά: 29 πρόσωπα εναλλάσσονται παίρνοντας το μικρόφωνο, συμμετέχοντας σε ένα εξουθενωτικό διήμερο, που θα μεταφερθεί σε (αδημοσίευτο ώς σήμερα) κείμενο 44.000 λέξεων. Ο τότε υφυπ. Δημοσίων Εργων Α. Λιακόπουλος –εμπνευστής της εκδήλωσης– θα δηλώσει στο τέλος: «Συνεδριάζομε επί δύο συνεχείς ημέρας και συνεχώς, άνευ διακοπής, και όμως δεν είδα κανέναν εκ των ομιλητών χασμώμενον ή εγκαταλείποντα την θέσιν του».

Εξ αρχής όμως ήταν γνωστό ότι η ανταλλαγή απόψεων του διημέρου δεν θα είναι δεσμευτική, δηλαδή δεν προοριζόταν για να καταλήξει σε αποφάσεις. Επιπλέον, μια αντίστοιχη τέτοια εκδήλωση είχε οργανωθεί έναν χρόνο πριν από τον Δήμο, χωρίς να καταλήξει σε κάποιο πρακτικό αποτέλεσμα – ούτε καν κατάφερε να συσταθεί μια επιτροπή (η αιώνια πανάκεια του τόπου) για να προχωρήσουν κάπως τα πράγματα. Ας προσθέσουμε ότι τον Ιανουάριο 1966 (έναν μήνα πριν) είχε ανεξάρτητα οργανωθεί ειδικό συνέδριο για το Ρυθμιστικό Σχέδιο της Αθήνας από τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων, με συγκροτημένες απόψεις-προτάσεις ειδικών.
Από την άλλη μεριά, το ίδιο το αντικείμενο της συζήτησης, η Πλάκα, πήγαινε από το κακό στο χειρότερο εδώ και χρόνια, χωρίς να βρεθεί τρόπος να αντιμετωπιστούν τα προβλήματά της. Και ενώ θα περίμενε κανείς να είναι αυτό ακριβώς το αντικείμενο συζήτησης, δηλαδή η κατάντια της Πλάκας κάτω από τον Ιερό Βράχο, το υπουργείο επιλέγει να θέσει το (θεωρητικό) δίλημμα «διάσωση ή ανασκαφή;» Οπότε εκεί πάνω πέφτουν με απίστευτο πάθος θεωρητικολογούντες οι συγκεντρωμένες σοφές κεφαλές της χώρας. Οταν στο τέλος κατακάτσει η σκόνη, θα διαπιστωθεί ότι μπορεί να διαφωνούν μεταξύ τους, μπορεί να δηλώνουν άγνοια ή αδυναμία εκτίμησης των πραγμάτων, αλλά κατά βάθος, συμφωνούν.
Τι ήταν εκείνο στο οποίο συμφωνούσαν, άραγε; Το συνοψίζει ο πρόεδρος Κ. Μεραναίος: «Νομίζω ότι από όλες τις πλευρές […] υπάρχει η σύμπτωσις απόψεων ότι ο μεν χώρος είναι γενικώς απαλλοτριώσιμος, με την διαφοράν ότι εκείνα τα κτίσματα […] που θεωρούνται ότι έχουν μορφολογικήν αξίαν […] πρέπει να διατηρηθούν. […] Επ’ αυτού νομίζω ότι όλοι συμφωνούν έστω και με αποχρώσεις απόψεων. Κατά συνέπειαν το μόνον θέμα το οποίον υφίσταται είναι το πώς θα ρυθμισθεί […] το θέμα των ιδιοκτητών […]». Κι έτσι δίνει τον λόγο στον εκπρόσωπο των ιδιοκτητών, για να εκτραπεί η συζήτηση, πολύ φυσικά, σε εξωφρενικές εκτιμήσεις αποζημιώσεων.
Γιατί έρχεται ο Π.-Β. ύστερα από 56 ολόκληρα χρόνια να μας θυμίσει αυτή την περίσταση; Ιδωμένο μακροσκοπικά, στην ιστορική του διάσταση, το πρόβλημα της Πλάκας είχε μεγάλη ιστορία, ξεκινώντας από τις αμερικανικές ανασκαφές στην Αρχαία Αγορά το ’30 ώς τις συνεχείς παλινδρομήσεις μεταπολεμικά από διάφορες υπηρεσίες, από τη μια μεριά, κυνηγώντας ανέφικτες απαλλοτριώσεις του «ανασκαπτέου χώρου» της Πλάκας και από την άλλη, προσπαθώντας να τιθασεύσουν τη μετατροπή της σε χυδαία διασκεδασούπολη. Και όλη αυτή η απίστευτη αδράνεια θα λήξει οριστικά μόνο το 1973, όταν επιτέλους θα ανατεθεί σε ομάδα με επικεφαλής τον καθηγητή Δ. Ζήβα η μοναδική στην πληρότητά της μελέτη για την Πλάκα (Μελέτη παλαιάς πόλεως Αθηνών), που έβαλε τάξη στο χάος.
Μπροστά σε αυτή τη νεότερη εξέλιξη, τα όσα ειπώθηκαν εκείνο το μακρινό διήμερο του 1966 έχουν μηδενική αξία ως πρακτικό αποτέλεσμα. Εχουν μεγάλη όμως σημασία ως ιστορικά τεκμήρια του πώς αντιμετώπιζαν ένα τέτοιο σύνθετο πολεοδομικό πρόβλημα αντιπροσωπευτικές προσωπικότητες της εποχής. Ο Π.-Β. αποφεύγει να κρίνει τα όσα ακούγονται, υπενθυμίζει μόνο και παρεμβάλλει τις τότε δικές του θέσεις στα ζητήματα. Θα πολεμήσει, με τα δικά του επιστημονικά εργαλεία, σε μετέπειτα αγώνες πάνω στα ίδια ή ανάλογα ζητήματα, που θα ανακύπτουν εξακολουθητικά κατόπιν. Κοιτάζοντας έτσι πίσω, μπορεί όλα εκείνα να ακούγονται κάπως αφελή, αλλά είναι η βάση πάνω στην οποία χτίστηκε η σύγχρονη πολεοδομική πραγματικότητα στην Ελλάδα. Αλλωστε, ακόμα και σήμερα διοργανώνονται δημοφιλείς δημόσιες «ανταλλαγές απόψεων» για την Αθήνα και το μέλλον της…
