ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χρύσα Φάντη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις περισσότερες από τις δεκαέξι ιστορίες που απαρτίζουν τη συλλογή διηγημάτων «Λιμενοβραχίονας», ο Μιχάλης Τσιμπλάκης επικεντρώνεται στην πόλη της Σάμου έτσι όπως τη γνώρισε όταν ήταν παιδί αλλά και αργότερα, την περίοδο που σπούδαζε στο εξωτερικό και επέστρεφε στο νησί για τις καλοκαιρινές διακοπές.

Ωστόσο, ακόμη κι όταν αναφέρεται με ρεαλισμό στις συνήθειες των κατοίκων του νησιού και την ιδιάζουσα ανθρωπογεωγραφία τους, το αποτέλεσμα απέχει παρασάγγας από αυτό που θα αποκαλούσαμε τυπικό ηθογραφικό αφήγημα ή χρονογράφημα. Αρδεύοντας κυρίως από το πηγάδι της φαντασίας και της προσωπικής αναζήτησης, αλλά και από αυτό της ιστορικής μνήμης, των στοχασμών και της προσεκτικής παρατήρησης, μετουσιώνει ακόμη και την πιο κοινότοπη όψη τους σε σύμπαν παράδοξο και παρά ταύτα οικείο και προφανές. Συνδυάζοντας διαφορετικά λογοτεχνικά είδη και ύφη -συνδυασμός που φαίνεται να έχει επιδράσει καταλυτικά στη συγγραφική του ωρίμανση- απογειώνει τις αφηγήσεις του, ενισχύοντάς τες και με ποικίλους εγκιβωτισμούς και παρεμβολές άλλων κειμένων.

Στο διήγημα «Η φαλτσέτα», για παράδειγμα, το απόσπασμα από το διήγημα του Μαρκές «Μια από αυτές τις μέρες» φωτίζει πλαγίως αλλά και με τον πιο εύσχημο τρόπο την υποδόρια συγγένεια με αυτό που κρύβεται πίσω από τη αφήγηση με τη λεπτομερή περιγραφή των τελετουργικών κινήσεων του κουρέα, ενώ και στο διήγημα «Vincent’s bedroom in Arles», το γράμμα του Βαν Γκογκ προς τον αδελφό του, Τεό, δίνει άλλη διάσταση στην αγχώδη περιδίνηση του φοιτητή πρωταγωνιστή, ο οποίος, κινούμενος κι αυτός σε ψυχική και σωματική σύγχυση ταυτίζεται με τον ζωγράφο (τα ζεστά και ασυνήθιστα χρώματα στον πίνακα «Το υπνοδωμάτιό μου στην Αρλ», έτσι όπως τα περιγράφει ο Βαν Γκογκ στο γράμμα του, υποδηλώνουν εκτός από έντονο ερωτικό και συναισθηματικό έλλειμμα και μια αλλοιωμένη χρωματική πρόσληψη και υπόσταση). Περισσότερο γλωσσοκεντρικά τα διηγήματα «Μολύβι ή Λάπτοπ», «Γέφυρα», «Ερείπιο» και «Λιμενοβραχίονας», ξεχωρίζουν τόσο για τις φιλοσοφικές προεκτάσεις και τις εννοιολογικές μεταφορές και συλλήψεις, όσο και για την εκφραστική και υφολογική τους συνέπεια∙ στοιχεία που προεικάζουν μια συγγραφική πορεία αντάξια των δυνατοτήτων του εμπνευστή τους.


Συνεκτικός κρίκος για τα δεκαοκτώ διηγήματα που συγκροτούν τη συλλογή διηγημάτων του Μανώλη Σημαντήρα «Μια βόλτα μέχρι το σκάκι», φαίνεται να αποτελεί το Παλαιό Φάληρο, έτσι όπως ο ίδιος το γνώρισε και το είδε να αλλάζει μορφή στα τέλη του εικοστού και στις αρχές του νέου αιώνα.

Στο βιβλίο του, με γλώσσα άρτια και αισθητικά επεξεργασμένη γράφει για τους κατοίκους του, την καθημερινότητα αλλά και τις μνήμες τους, εμμένοντας στα σημάδια που άφησαν οι επιθυμίες και οι προσδοκίες τους, οι φανερές και κυρίως οι άδηλες. Ψάχνοντας για τα ίχνη τους στην προκυμαία και στο λιμάνι, στους δρόμους και στις παιδικές χαρές, οραματίζεται τη ζωή τους, ακόμη και τη σβησμένη ή σχεδόν αόρατη δια «γυμνού οφθαλμού», αυτή που περιφέρεται ή μένει θαμμένη στις εκκλησίες, στα σχολεία, στα δημόσια κτίρια και στις ελάχιστες εναπομείνασες επαύλεις. Το Παλαιό Φάληρο δεν είναι στις μέρες μας αυτό που ήταν∙ από φημισμένο αστικό προάστιο και παραθεριστικό θέρετρο έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι μιας πόλης σύγχρονης, άναρχης και πολυπληθούς.

Μια ασφυξία και ένα πνίξιμο διακατέχουν τον πρωταγωνιστή στο διήγημα «Στομαχικός ίλιγγος», ένα ανομολόγητο αίσθημα ματαίωσης, πικρής νοσταλγίας και αποξένωσης θα οδηγήσει και τους υπόλοιπους ήρωες στο αδιέξοδο, στην παραίτηση, στη φυγή, σε κάποιον νέο και αμετάκλητο αποχωρισμό («Γέφυρες», «Θαλασσογραφίες», «Χωρίς ρολόι», «Στη μέση του δρόμου», «Φωτογραφία»).

Ο χρόνος της αφήγησης (όπως και στα διηγήματα του Τσιμπλάκη), τεμαχίζεται, διασπάται, περιστρέφεται, γυρίζει μπρος πίσω, περνά στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής, στους εφιάλτες και στις οδυνηρές μνήμες μιας ηλικιωμένης Εβραίας από το στρατόπεδο του Άουσβιτς («Το λουτρό») και στη συνέχεια, στο έγκλημα ενός αξιωματικού των ναζί σε κάποιον από τους δρόμους της συνοικίας («Τελευταία βόλτα»). Εκεί, στον τόπο του εγκλήματος, ο δρόμος έχει πάρει το όνομα της κοπέλας που δολοφονήθηκε, ο δολοφόνος όμως δεν θα λογοδοτήσει ποτέ για την πράξη του. Πλέον, στις πολυώροφες κατοικίες οι σημερινοί ένοικοι μοιράζονται τη σιωπή τους με τις αναμνήσεις των γηραιότερων και την άηχη παρουσία των αλλοδαπών νοσοκόμων («Στη βεράντα»), ενώ τη ίδια στιγμή στον σταθμό του προαστιακού, στον μόλο, στις πλατείες και στα παγκάκια πρόσφυγες μάχονται για την επιβίωση, δίπλα στους ντόπιους και τους ξένους άστεγους (Ντόμπρε νότσι, Μέχρι το σκάκι).