ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χρύσα Φάντη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στη νουβέλα της Γεωργίας Τάτση, με τον τίτλο Πίσω από τον ήχο του νερού, ένας άντρας στα εξήντα επιστρέφει στον τόπο όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια, με σκοπό να πουλήσει το πατρικό του. Αναμένοντας τον μεσίτη, σε ένα σπίτι σημαδεμένο από την εγκατάλειψη και τις πρώτες θραυσματικές του εικόνες, όλα μέσα του μπλέκονται, θύμηση-λήθη, πραγματικότητα-φαντασίωση, ύπνος-αϋπνία συγχέονται. Πώς είναι «να ακούς αυτά που δεν ακούγονται και να βλέπεις αυτά που δεν βλέπονται; […] Δεν ξέρω αν βρισκόμουν στην άκρη μιας θαλάσσιας μνήμης ή αν είχα μπει μέσα στη φαντασία μου».

Μέσα σ’ αυτήν τη σύγχυση, ο άντρας συνειδητοποιεί τη σκληρότητα που επικρατούσε στον οικογενειακό του περίγυρο τα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του ’50 και του ’60, την ένοχη σιωπή του πατέρα κι εκείνη την άπελπι των δύο γυναικών που κυριάρχησαν στη ζωή του: της θείας, που αναγκάστηκε να απαρνηθεί τον έρωτα χωρίς ποτέ να το ομολογήσει, και της ίδιας της μάνας του, που δεν θέλησε να υποταχτεί στη μοίρα της και το πλήρωσε με τη ζωή της. Στο παραλήρημά του, η φωνή του ακουμπά πάνω στη δική της σιωπή, «τρώει τις λέξεις, τρώει μέχρι και την ανάσα της, επειδή δεν έχει κάποιον να του διηγηθεί τον καλπασμό της».

Υπάρχουν πολλοί τρόποι αφήγησης, λίγοι όμως όταν φιλοδοξείς να περιγράψεις μια οικογενειακή τραγωδία με ειλικρίνεια και σε όλη την έκταση και το βάθος της. Ελάχιστοι, ίσως, όταν επιδιώκεις να αποτυπώσεις το απερίγραπτο, να μιλήσεις γι’ αυτό που από τη φύση του δεν μπορεί να περιγραφεί με τον λόγο. Η Τάτση, ωστόσο, στην ανά χείρας νουβέλα (έχουν προηγηθεί οι αξιοσύστατες Χορός στα ποτήρια και Γάμπαρη Αμβρακικού) επιτυχώς το επιχειρεί. Αναζητώντας την πρώτη αίσθηση και ουσιώδη πυρήνα κάθε ατομικής εξιστόρησης, επινοεί αλληγορίες και μεταπλάθει ποικίλες μεταμφιέσεις και μεταφορές από τον πλούτο της φύσης, την παιδική φαντασία και τις εικόνες των άψυχων και των έμψυχων που μας περιβάλλουν, ενώ παράλληλα, ανασυνθέτοντας απόψεις από τον παράδοξο και τον σκοτεινό κόσμο της διαίσθησης, τις ασυνέχειες και την έλλειψη ενός νοήματος που συνεχώς διαφεύγει, εμμένει στα σημαντικά και σε αυτά που κρύβονται πίσω από τις λεπτομέρειες, τροφοδοτώντας την ιστορία της με μια τεχνική που σπρώχνει τις φράσεις της μέχρι τα έσχατα των σημασιών τους.

«Το τρένο ερχόταν κι η μάνα μου κάλπαζε ανάμεσα στις ράγες του, αλλά δεν ήξερα αν κάλπαζε ζωντανή ή πεθαμένη· δεν ήξερα αν αυτό που θα της συνέβαινε είχε ήδη συμβεί ή θα της συνέβαινε τώρα, εδώ, μέσα στο αυτί μου». Εκεί που το έξω ενώνεται με το έσω (και αντίστροφα), η γραφή της, σπαρακτική, ελεγειακή και πολύτροπος, συγκροτεί ένα νοηματικό παλίμψηστο, από το οποίο δεν λείπουν η αυτοσυνείδηση, ο διεισδυτικός στοχασμός και το ψυχολογικό βάθος. Με αφετηρία την εικόνα μιας στερημένης γυναίκας που κάτω από την απειλή ενός άντρα έζησε στη σιωπή και, συνταιριάζοντας το πνεύμα και την ποίηση του δημοτικού τραγουδιού με την ανάγνωση του Νυχτοδάσους της Τζούνα Μπαρνς, τους Οικογενειακούς δεσμούς της Κλαρίσε Λισπέκτορ και την «Ανοιξη» από τα Απαντα τα Πεζά του Μπρούνο Σουλτς –έργα που επίσης της δώρισαν το αναγκαίο στίγμα και έναυσμα–, καταφέρνει να εισχωρήσει με τρόπο αβίαστο και σχεδόν μαγικό στα βαθύτερα στρώματα του ασυνείδητου, εκεί που γεννιούνται τα χάσματα και ανεπαίσθητα σχηματίζονται οι πρώτες ρωγμές.

Παράλληλα, προσαρμόζοντας τη δική της, προσωπική και απολύτως αναγνωρίσιμη συγγραφική ιδιοπροσωπία με τον ρυθμό και την ψυχοσύνθεση των ηρώων της, αποκαλύπτει τον κόσμο τους (φυσικό και κοινωνικό) έτσι όπως πράγματι είναι: ασαφής πίσω από το σκληρό του περίβλημα, αθεράπευτα αμφίσημος και αδιαπέραστος, πίσω από τον αρραγή, επαναλαμβανόμενο αλλά και τόσο ρευστό του απόηχο.