Ο Αντρέ-Ζαν Φεστουζιέρ (1898-1982) ανήκει σε μια σπουδαία γενιά Γάλλων «ιστορικών των Ιδεών» (αν και ο όρος είναι αγγλοσαξονικής προέλευσης). Είναι περίπου σύγχρονος με τον Étienne Gilson και τον Alexandre Koyré, λίγο νεότερος από τον Pierre Duhem και λίγο πρεσβύτερος από τον Pierre Hadot και τον Michel Foucault. Οι σοφοί (πώς αλλιώς να αποδώσεις το érudit) και ακαταπόνητοι αυτοί μελετητές, κινούμενοι στο όριο ανάμεσα στη φιλοσοφία, τη θρησκεία και την επιστήμη, έφεραν στο φως άγνωστες περιοχές της σκέψης και άγνωστες περιόδους της διανοητικής ιστορίας.

Πόσο πρέπει να δουλεύει κανείς για να προλάβει να γράψει σε μια ζωή 70 ογκώδη βιβλία και 180 άρθρα; Προσωπικά, στο αριστουργηματικό του βιβλίο Ο κοσμικός θεός (τον 2ο τόμο του μνημειώδους τετράτομου έργου του La Révélation d’Hermès Trismégiste, Παρίσι 1944-1954) οφείλω ό,τι έχω μάθει για τη δαιδαλώδη διαδρομή που οδηγεί από τον Πλάτωνα στην αστρική θρησκεία της ύστερης αρχαιότητας, σε έναν μυστικισμό που ενσωματώνει με άνεση τα δεδομένα της αρχαίας επιστήμης. Εντυπωσιάστηκα ακόμη περισσότερο όταν καθυστερημένα έμαθα ότι ο Φεστουζιέρ ήταν δομινικανός μοναχός (όντας καθηγητής στην École Pratique), χωρίς η θρησκευτική του ταυτότητα να επηρεάζει τις μελέτες του. Ισως όμως έτσι εξηγείται η φιλοπονία του, αν φέρει κανείς στον νου την αντίστοιχη παραγωγικότητα του προδρόμου του στο ίδιο Τάγμα Θωμά Ακινάτη.
Είπαν για τον Φεστουζιέρ ότι «γνώριζε τα κείμενα, όλα τα κείμενα, ακόμη και τα πιο σκοτεινά, ακόμη και τα πιο σπάνια» (Ζ. ντε Ρομιγί). Δεν τα γνώριζε απλώς, αλλά πολλά από αυτά τα μετέφρασε κιόλας: Ερμητικό corpus (4 τόμοι), Υπομνήματα του Πρόκλου στον Τίμαιο και στην Πολιτεία (8 τόμοι), Ονειροκριτικά του Αρτεμίδωρου, Ιεροί λόγοι του Αίλιου Αριστείδη, ένα δείγμα των μεταφράσεών του, κείμενα για πρώτη φορά διαθέσιμα σε σύγχρονη ευρωπαϊκή γλώσσα. Ενα έργο αυτής της εμβέλειας δεν παράγεται πλέον ούτε μπορεί να παραχθεί στα σημερινά Πανεπιστήμια.
Το Μόνος προς μόνον είναι το μοναδικό βιβλίο του Φεστουζιέρ που γράφηκε στα αγγλικά – πρόκειται για διαλέξεις που έδωσε στο Μπέρκλεϊ το 1952 και μετά κυκλοφόρησαν με τίτλο Personal Religion among the Greeks. Ο Φεστουζιέρ αναζητά ίχνη μιας προσωπικής σχέσης του ατόμου με το θείο στη μακρά ελληνική παράδοση. Ξεκινά από τον Ομηρικό ύμνο στη Δήμητρα και τον Ιππόλυτο του Ευριπίδη και φτάνει ώς τον Μάρκο Αυρήλιο, ενώ ο Πλάτων είναι πανταχού παρών. Δεν θα έλεγα ότι είναι το καλύτερο βιβλίο του Φεστουζιέρ (του ταιριάζουν πιο πολύ οι μεγάλες συνθέσεις και η γραφή στη γαλλική γλώσσα). Το βιβλίο όμως δίνει μια καλή εικόνα για το είδος και το εύρος των ενδιαφερόντων του, οπότε αποτελεί εύλογη επιλογή για τις εκλεκτές εκδόσεις Δώμα (θαυμάσια μάλιστα μεταφρασμένο από τον Γ.Δ. Δημητρακόπουλο). Τα δύο τελευταία κεφάλαια, για τον στωικισμό και την «ανάβαση προς τον θεό», είναι η κορύφωση του βιβλίου και μας βοηθούν να προσανατολιστούμε μέσα σε έναν κυκεώνα διανοητικών μετασχηματισμών.
Το βιβλίο συγκεντρώνει πλήθος παραθεμάτων, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι ύμνοι ή προσευχές που ο πιστός απευθύνει στον επίλεκτο θεό του, στον Δία (ο Κλεάνθης), αλλά και στον Ασκληπιό, στον Ηλιο ή στην Ισιδα (Αίλιος Αριστείδης, Ιουλιανός, Απουλήιος) ή σε έναν ανώνυμο ή άγνωστο θεό, που συγγενεύει με τον Ουρανό, το Ολον, το Ενα ή το ανθρώπινο λογικό. Ορισμένα από τα παραθέματα αυτά είναι πραγματικά πανέμορφα. Ο Φεστουζιέρ προσπαθεί να δείξει ότι και στον παγανισμό ήταν διαδεδομένη η επιδίωξη μιας προσωπικής σχέσης με το θείο, που αναπτύχθηκε παράλληλα με την τάση για αναχωρητισμό στα ελληνιστικά χρόνια, επισημαίνοντας τις κοινότητες με τον χριστιανισμό. Μιλώντας για τον Υμνο στον Δία του στωικού Κλεάνθη, που γράφηκε 300 χρόνια πριν από τη γέννηση του Χριστού, διερωτάται: «Πόσοι χριστιανοί θα μπορούσαν να θεωρηθούν ισάξιοι αυτού του παγανιστή;» (σ. 124).
Αν ωστόσο η επιδίωξη του Φεστουζιέρ δεν είναι να φωτίσει απλώς κάποιες άγνωστες πλευρές της αρχαίας ευσέβειας, αλλά να θεμελιώσει την ύπαρξη μιας «προσωπικής θρησκείας» των αρχαίων Ελλήνων, όπως είναι και ο τίτλος του βιβλίου του, θα έλεγα ότι η θέση του δεν είναι πειστική. Αν έτσι είχαν τα πράγματα, πώς δικαιολογείται η θανατική καταδίκη του Σωκράτη για ασέβεια, επειδή ακριβώς τόλμησε να διατυμπανίσει την προσωπική του σχέση με το περίφημο «δαιμόνιο»; Η αίσθησή μου είναι ότι στην ελληνική αρχαιότητα ο δημόσιος χαρακτήρας των εκδηλώσεων της ευσέβειας παρέμεινε κυρίαρχος. Αλλά ακόμη και στον χριστιανισμό, δεν είμαι καθόλου σίγουρος αν ο ερημίτης μοναχός απέκτησε ποτέ μεγαλύτερη αίγλη και κύρος από τον επίσκοπο.
