Υπό σκιάν
Δώδεκα συγγραφείς γράφουν ένα πρωτότυπο καλοκαιρινό διήγημα. Διηγηματογράφοι και μυθιστοριογράφοι θέτουν στο κέντρο της μυθοπλασίας τους μια θερινή εμπειρία στο εδώ και τώρα. Εκ των πραγμάτων, η ιστορία τους καθορίζεται, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, από τη ρευστή και δυσοίωνη πραγματικότητα (πανδημία, πόλεμος στην Ουκρανία, παγκόσμια αστάθεια κ.λπ.).
Δώδεκα ιστορίες, που θα μας συντροφεύσουν ώς τον Σεπτέμβριο, κουρδισμένες σε διαφορετική, όπως ήταν αναμενόμενο, τονικότητα: νοσταλγική, ειρωνική, δύσθυμη, πολιτική, ενδοσκοπική, ανατρεπτική, παρηγορητική.
Το Ανοιχτό Βιβλίο, κι αυτό το καλοκαίρι, εκτός από αναγνωστική πυξίδα σάς προσφέρει και αναγνωστική απόλαυση – μια παράδοση που άρχισε από συστάσεως της «Εφ.Συν.», από συστάσεως αυτών των σελίδων.
Μετά τον Αλέξη Πανσέληνο, τον Ιάκωβο Ανυφαντάκη, τη Μαριαλένα Σεμιτέκολου, τον Γιώργο Κυριακόπουλο, την Παναγιώτα Δημοπούλου, την Ελιάνα Χουρμουζιάδου, συνεχίζει ο Τάκης Καμπύλης.
Πόσες ώρες κοιτάω τη γαμωαράχνη; Ανεβαίνει στον αέρα, στη γωνία ανάμεσα στους δύο τοίχους, σε δίχτυα που μόνο εκείνη βλέπει. Και μετά, αυτά που-μόνο-εκείνη-βλέπει, σε γραπώνουνε.
Ιδια η Σάσα. Καριόλες, αράχνη και γυναίκα.
Την αράχνη την έχω από την αρχή της άνοιξης, τη Σάσα πολύ περισσότερο, μπορεί να την είχα και δέκα χρόνια. Δεν της έχω δώσει όνομα, το πακιστάνι δίπλα έχει κι αυτός μία, κι αυτή χωρίς όνομα. Τι να το κάνεις το όνομα σε μία αράχνη; Σιγά μη σ’ ακούει. Κι η Σάσα που είχε όνομα σιγά μην μ’ άκουγε.
Αρπάχτηκα προχτές με το πακιστάνι, στο προαύλιο. Ακου τι μου ’πε ο μαλάκας: «Κι αν είναι αγόρι;» Η αράχνη μου, ρε, του φώναξα, είναι γκόμενα με ένα πράμα να, παγίδα για όποιον αράχνη περάσει! Κωλομπινέδες πακιστάνια…
Τελευταίο βιβλίο του Τ. Καμπύλη είναι η νουβέλα «Γενικά συμπτώματα» (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2021)
Είμαι κύριος απέναντί της. Προσέχω πού πατάω, δεν πετάω πια το φαγητό στον τοίχο και πάντα ρίχνω στις γωνίες λίγες σταγόνες νερό. Κι αυτή δείχνει να το εκτιμάει, έχει στολίσει ολούθε με τα δίχτυα της. Τι να πιάσει δεν καταλαβαίνω, εδώ μέσα τα μόνα που στριφογυρίζουν είναι εφιάλτες και ζέχνουν, τι να φας από δαύτους;
Λες, ρε, να ζούσε από τους εφιάλτες; Να ήταν το βίτσιο της; Της το ’λεγα: «Σάσα, εκεί που κολυμπάς είναι εκεί που φοβάμαι». Αλλά αυτή δεν άκουγε. Την έπεφτε σ’ όποιον κατουρούσε όρθιος. Και να πεις ότι δεν με ήξερε; Με είχε σπουδάσει, η σφαλιάρα έπεφτε όταν έπρεπε.
Εχουν στραβώσει εδώ μέσα με τον πόλεμο. Προχτές ακούστηκε ότι δύο Ρώσοι κανόνισαν έναν Ουκρανό. Μαλακίες, έτσι θα τον βάφτισαν για τις ανάγκες τους.
Και τι να πεις ρε σε μία αράχνη για τον πόλεμο; Γιατί, στη Σάσα τι θα έλεγα; Λες και θα την ένοιαζε. Αν είχε όμως ξεφύγει καμία τρίχα στο πράμα της, τι Ρωσία και τι Ουκρανία… Ηταν κοκέτα η Σάσα μου, γυαλί το ’χε. Αλλά δεν άκουγε, τα ’παμε.
Καλοκαιριάζει και οι φύλακες παίρνουν άδειες, άσχημο αυτό για μας. Η δουλειά μοιράζεται σε λιγότερους, τα νεύρα περισσεύουν και πού θα ξεσπάσουν; Πάνω μας. Προχτές ακούστηκε ότι σάπισαν στο ξύλο έναν Αλβανό γιατί τους στραβοκοίταξε. Πού να έρθει και Δεκαπενταύγουστος.
Τις προάλλες δεν κρατήθηκα. Την παρακολούθησα, ε ναι, δεν βάζω μυαλό. Σύρθηκα σαν μαλάκας στο τσιμέντο, μέχρι τη γωνία στην πόρτα. Αν με ’βλεπε από μια μεριά το πακιστάνι…
Στάθηκα τυχερός. Μια σταλιά είναι, με τριχωτά ποδαράκια, σαν κάτι καθολικές καλόγριες. Μου ’χε πει γι’ αυτές η Σάσα μου, ότι δεν ξυρίζουν ούτε πόδια ούτε μασχάλες. Ηξερε πράγματα να σε τρελάνει η Σάσα μου, μόνο να με κουμαντάρει δεν ήξερε.
Αραγε να ημερώνονται οι αράχνες; Ή μόνο όσο χρειάζεται για να τα βολέψουν, όπως κι οι άνθρωποι;
Δεν έχω κλείσει χρόνο και σκέφτομαι μαλακίες, ε; Ολοι εδώ μέσα, η μαλακία είναι σαν αποκούμπι, παίζεις σ’ όποια ταινία θέλεις.
Το πρωί άκουσα το πακιστάνι να λέει στον διπλανό του ότι τη ζηλεύω σαν να ’ναι γυναίκα, μίλαγε για την αράχνη μου ο κόπανος. Κρατήθηκα, τι να κάνω; Μόνο μ’ αυτόν έχω τρεις κουβέντες, με κανέναν άλλο.
Εντάξει, του χρωστάω κιόλας. Οταν πήγαν να με ζορίσουν, στην αρχή που με ’φεραν, έβαλε πλάτη το πακιστάνι. Το σέβονται πολύ εδώ μέσα και δεν του φαίνεται, μια πιθαμή είναι. Αλλά βλέπεις, είναι ο παλιότερος, σαν αρχαίος, αυτός κι αν έχει δει πόλεμους.
Πάντως, αν θες τη γνώμη μου, έχει χαζέψει λίγο. Τις προάλλες που τον ρώτησα τι νεότερο άκουσε για τον πόλεμο έβαλε κάτι γέλια ασταμάτητα, ώρες σου λέω, μέχρι το ξημέρωμα άκουγα το γέλιο του, σαν βήχας κάποιου που πνίγεται.
Ή που τον στραγγαλίζουν. Α, ρε Σάσα…
Μαζί μου ξενύχτησε και η αράχνη μου. Ή δεν κοιμάται καθόλου;
Πόσο να ζουν οι αράχνες; Πόσες αράχνες χωράνε στα ισόβια;
Α ρε Σάσα, με ’βαλες στον πόλεμο. Και τι κατάλαβες; Εκεί στο χώμα είναι καλύτερα; Ποιος τη θέλει τέτοια ειρήνη;
Μόνο να μ’ άκουγες. Τι σου ζήτησα; Εδώ τρως και πίνεις!
Να μην ξεχάσω να ρίξω λίγο νερό στις γωνίες για την αράχνη μου. Καλοκαιριάζει επικίνδυνα…
