Ο Χανς Σνιρ, ο ήρωας του Μπελ, είναι ένας κλόουν υπό κατάρρευση· τον τελευταίο καιρό δεν μπορεί να εκτελέσει ικανοποιητικά τα νούμερά του, οι αμοιβές του όλο και μειώνονται, οι εμφανίσεις του όλο και περιορίζονται, ενώ ο ατζέντης του τον συμβουλεύει να μη δεχτεί κακοπληρωμένες δουλειές για να μην πέσει το κασέ του. Για αυτή την πτώση υπάρχει ένας σοβαρός λόγος: ο Χανς έμεινε μόνος, από τότε που τον άφησε η αγαπημένη του Μαρί έχασε κάθε κίνητρο για ζωή, αδυνατεί να βγάλει τη μέρα και δεν υπάρχει διέξοδος καθώς από την αρχή δηλώνει ότι είναι μονογαμικός, καμιά δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη Μαρί, ούτε μπορεί να τον απαλλάξει από το βάρος της ματαιότητας και του μηδενισμού που, όντας φύση καλλιτεχνική, τον κατατρέχει παιδιόθεν.
Η πλοκή διαρκεί τέσσερις ώρες όπου ο κλόουν εκθέτει τις απόψεις του για τον έρωτα, την πολιτική, την υποκρισία, αλλά και διάφορα γεγονότα που καλύπτουν τη χρονική περίοδο από το τέλος του πολέμου έως τις αρχές της δεκαετίας του εξήντα.
Οταν ο Χανς επιστρέφει στο σπίτι του στη Βόνη άφραγκος (ο ίδιος γόνος μιας εύπορης οικογένειας επιχειρηματιών) και κάνει μερικά τηλεφωνήματα με σκοπό να δανειστεί ή να αποσπάσει χρήματα από τους δικούς του, τους φίλους του ή τους πρώην φίλους, γνωστούς ή λιγότερο γνωστούς καθώς, πέρα και πάνω από την επιβίωση και τον δανεισμό, αυτό που περισσότερο τον ενδιαφέρει να μάθει είναι αν έχουν νέα από τη Μαρί αφού του είναι αδιανόητο ότι εκείνη έχει ζευγαρώσει με έναν παλιό γνωστό τους, τον επιφανή καθολικό Τσύπφνερ (και ότι τώρα επιστρέφουν από το ταξίδι του μέλιτος στη Ρώμη), γεγονός που αδυνατεί να αποδεχτεί.
Από τις πρώτες σελίδες μαθαίνουμε ότι ο Χανς πάσχει από «εγγενή μελαγχολία» που καταπνίγει με το ποτό, από μια οκνηρία που τον εμποδίζει να βάλει στόχους και να κυνηγήσει τη ζωή, αλλά και μια άλλη σχεδόν «μυστικιστική» ιδιότητα, μια εγκεφαλική διαταραχή τύπου συναισθησίας: αντιλαμβάνεται τις μυρωδιές μέσα από το τηλέφωνο, η φωνή μεταφέρει όλα τα ιδιαίτερα μηνύματα του συνομιλητή. Μια ευαίσθητη καλλιτεχνική φύση που συνθέτει κάθε στιγμή εκ νέου την Ιστορία και την ιστορία του, αλλά χωρίς να βρίσκει παρηγοριά ή λύσεις παρά μόνο αδιέξοδα: «Εδώ και καιρό δουλεύω στο μυαλό μου ένα νούμερο παντομίμας με κλειδιά· φαντάζομαι μια ολόκληρη αρμαθιά κλειδιά που όσο προχωράει το νούμερο λιώνουν».
Η μελαγχολία τον κάνει να διαφοροποιηθεί από τον περίγυρό του, να τους παρατηρεί όλους με κριτικό βλέμμα, να διακρίνει την υποκρισία πρώτα στον οικογενειακό μικρόκοσμο και στη συνέχεια στο ευρύτερο περιβάλλον. Ο Χανς με το προσωπείο του κλόουν γίνεται και επικριτής της κοινωνίας, ο ίδιος, γόνος μιας μεγαλοαστικής οικογένειας, έχει από νωρίς διακρίνει τη διαφθορά, έχει απορρίψει τις αξίες της καπιταλιστικής κοινωνίας, διεκδικώντας το δικαίωμα να ζήσει σύμφωνα με τη δική του ηθική.
Ο μονόλογος του Χανς στρέφεται εναντίον των πάντων, σχολιάζοντας όλα τα κακώς κείμενα της χώρας και του περίγυρού του. Βρισκόμαστε στη μεταπολεμική Γερμανία, στο τέλος της διακυβέρνησης του Αντενάουερ, και ο ίδιος παρατηρεί ότι οι ναζί δεν έχουν εγκαταλείψει τα πόστα τους, απλώς άλλαξαν προσωπείο και παρουσιάζονται ως δήθεν φιλειρηνικοί και υπερασπιστές των αδυνάμων -όπως η μητέρα του που συντονίζει μια επιτροπή για την «προσέγγιση των φυλών»- έχοντας διαγράψει το μελανό παρελθόν τους. Η Βόνη, τόπος κατοικίας του Χανς, είναι η πρωτεύουσα του νεοσύστατου κράτους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας και καρδιά της χριστιανοδημοκρατίας.
Από τα πυρά του αφηγητή δεν ξεφεύγει ο σχολιασμός αυτής της «μεταβατικής» δεκαετίας, περίοδος ανασυγκρότησης της Γερμανίας, όπου οι πάντες πασχίζουν να απεκδυθούν την όποια σχέση με την ιδεολογία του ναζισμού. Τίποτα δεν διαφεύγει από τη ματιά του κλόουν, βλέπει την «κοινωνική λήθη» να εξαπλώνεται, βλέπει ποιοι είναι αυτοί που αναλαμβάνουν την «ανόρθωση» της μεταπολεμικής Γερμανίας, ποια είναι η ελίτ που στήριξε τον Χίτλερ και ότι, πέρα από τα επιφανή στελέχη που εξαφανίζονται από το προσκήνιο, υπάρχουν επιχειρηματίες, νομικοί, πανεπιστημιακοί επιστήμονες που απλώς συνεχίζουν την καριέρα τους στην νέα Γερμανία, βλέπει επίσης ότι όλοι φροντίζουν να έχουν καλή σχέση με την Εκκλησία, που «συμβάλλει» στην αποκατάσταση του καλού ονόματος και της καθαρής συνείδησης. Κάτω από τη μάσκα του κλόουν, όπως λέει και ο ίδιος ο Μπελ, ανιχνεύεται η απαρχή μιας εξέγερσης που θα περιγραφεί στο επόμενο μυθιστόρημά του «Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ».
