«Η πλατεία Διαμαντιού, 1962» είναι το ευρύτερα γνωστό μυθιστόρημα της Καταλανής Μερσέ Ροδορέδα αλλά «Ο σπασμένος καθρέφτης,1974» θεωρείται το πιο ώριμο και τεχνικά άρτιο μυθιστόρημά της. Η οικογενειακή σάγκα -όπου τα ερημωμένα σπίτια καθρεφτίζουν την τύχη και τη μοίρα των μελών μιας οικογένειας και τα καλά κρυμμένα μυστικά που στοιχειώνουν το παρόν- είναι ένα ευρέως διαδεδομένο και «δοκιμασμένο» είδος μυθιστορήματος.
Από τα «Ανεμοδαρμένα ύψη» της Εμιλι Μπροντέ έως τη «Ρεβέκκα» της Δάφνης ντι Μοριέ περιγράφονται, μαζί με την άνοδο και την πτώση των ενοίκων, οι κρυμμένες αλήθειες και οι σκελετοί στην ντουλάπα, ενώ στα περισσότερα από αυτά κυριαρχεί η «γκόθικ» ατμόσφαιρα μυστηρίου. Η Ροδορέδα δεν ακολουθεί αυτή τη «γραμμή» στο δικό της μυθιστόρημα υψηλών λογοτεχνικών προδιαγραφών (γραμμένο όπως όλα τα βιβλία της στα καταλανικά) – επιστρατεύει τη δική της αφηγηματική τεχνική.
Η ιστορία μάς δίνεται στο τρίτο πρόσωπο αλλά από την οπτική γωνία ενός εκ των χαρακτήρων, συμπεριλαμβανομένων ενός φαντάσματος και, στο τελευταίο κεφάλαιο, ενός αρουραίου. Το σύμβολο του σπασμένου καθρέφτη αντιστοιχεί στις διαφορετικές προοπτικές κι ενώ υπάρχει μια χρονολογική συνέχεια, ενίοτε παρεμβάλλονται επεισόδια που σχετίζονται με το παρελθόν, προκειμένου να συμπληρωθούν τα κενά. Το μυθιστόρημα απλώνεται σε τρεις γενιές της οικογένειας Βαλντάουρα στη Βαρκελώνη, η οποία -με την αλλόκοτη σύνθεσή της- συνυπάρχει με διάφορες γενιές υπηρετών, όλα υπό το άγρυπνο βλέμμα της Αρμάντα, της υπηρέτριας που παραμένει πιστή και δεν τους εγκαταλείπει μέχρι το τέλος.
Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε τρία μέρη, ενώ σε κάθε ξεχωριστό κεφάλαιο παρουσιάζεται η οπτική του κάθε χαρακτήρα -συναφής με τη δράση και την εξέλιξη της ιστορίας- δίνοντας στον αναγνώστη την ευκαιρία να εισχωρήσει στον ψυχισμό του καθενός. Ο ελεύθερος πλάγιος λόγος είναι ο πλέον κατάλληλος τρόπος προκειμένου να περιγραφούν ακόμα και τα πιο δραματικά ή ειδεχθή επεισόδια χωρίς να συγκλονιστούν οι αναγνώστες από όλες αυτές τις πληροφορίες. Μέσα από αυτή την αφηγητική τεχνική η Ροδορέδα καταγράφει επίσης τον τρόπο που ζούμε τόσο στο παρελθόν όσο και στο παρόν, καθώς οι χαρακτήρες ακατάπαυστα πηγαινοέρχονται στον χρόνο και συσχετίζουν αυτά που τους συμβαίνουν με όσα έλαβαν χώρα στο παρελθόν, ανακαλώντας διαφορές και ομοιότητες μέσα από επάλληλες μεταμορφώσεις.
Η Τερέζα Γκοντάι, κεντρική μητριαρχική φιγούρα, κόρη μιας ιχθυοπώλισσας, έχει έναν ερωτικό δεσμό με τον Μιγκέλ, μένει έγκυος και αυτός της λέει ότι είναι ήδη παντρεμένος, αλλά υιοθετεί το παιδί, τον Μασντέου, ο οποίος εμφανίζεται σε διάφορες κομβικές στιγμές του βιβλίου καθώς η Τερέζα διατηρεί επαφή μαζί του, ακόμα και όταν γίνεται πλούσια. (Ο Μασντέου είναι ο επικεφαλής της ομάδας που κάνει κατάληψη του σπιτιού κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου και αυτός που ξαγρυπνάει τη σορό της μετά τον θάνατό της.)
Ενας πλούσιος ηλικιωμένος, ο Νικολάου Ροβίρα, γοητεύεται από τη νεαρή Τερέζα αλλά σύντομα πεθαίνει αφήνοντάς την πλούσια χήρα. Εν τω μεταξύ μαθαίνουμε και την ιστορία του εύπορου διπλωμάτη Σαλβαδόρ Βαλντάουρα, ο οποίος εργάζεται στη Βιέννη, ερωτευμένος με μια όμορφη κοπέλα, την Μπάρμπαρα, η οποία χωρίς κανέναν προφανή λόγο αυτοκτονεί. Επιστρέφοντας στη Βαρκελώνη συναντάει την Τερέζα, παντρεύονται και μετακομίζουν σε έναν γιγαντιαίο πύργο στα περίχωρα.
Αυτό θα είναι το σπίτι της οικογένειας. Το μυθιστόρημα ακολουθεί τη ζωή των ενοίκων, της κόρης και των δύο γιων της Τερέζας, των υπηρετών αλλά και μιας ψυχοκόρης, περιγράφοντας τις μεταξύ τους σχέσεις και τις αλλαγές που επέρχονται στο σπίτι και στους ίδιους μέσα στις δεκαετίες. Η Τερέζα με τους δυο συζύγους της και τον εραστή της (τον οικογενειακό συμβολαιογράφο) κυριαρχεί, ακόμα και μετά τον θάνατό της. Ο θάνατος περιγράφεται με μια ανοίκεια φυσικότητα, σαν μια σχεδόν φυσική φθορά – έρχεται και τους παίρνει μάλλον ανώδυνα, σαν να θέλει να τους απομακρύνει από τη σκηνή για να επιστρέψουν πιο κάτω σαν σκιές ή σαν μνήμες.
Κάποια από τα ωραιότερα αποσπάσματα είναι αυτά όπου οι χαρακτήρες ανακαλούν τη ζωή τους, θυμούνται τις χαμένες αγάπες, τις κλεμμένες στιγμές, τη νεότητά τους και τους έρωτές τους. Υπάρχει μια σκηνή λίγο πριν από το τέλος του βιβλίου όπου η Αρμάντα σπάει έναν καθρέφτη και σε κάθε θραύσμα βλέπει αποσπασματικές στιγμές της οικογένειας – όλους τους ενοίκους, τη θλίψη, τη χαρά, αλλά και την ομορφιά της στιγμής. «Μήπως τα ανομοιόμορφα κομμάτια του καθρέφτη αντικατόπτριζαν τα πράγματα όπως ήταν; Ξαφνικά σε κάθε κομμάτι του καθρέφτη είδε χρόνια της ζωής που έζησε σε εκείνο το σπίτι… ένα όργιο παρελθόντος, μακρινού, μακρινού…».
Η συγγραφέας, στην εισαγωγή του μυθιστορήματος, όπου και περιγράφει τις προθέσεις της, σημειώνει: «Αυτό που με ενδιέφερε πραγματικά ήταν αυτοί οι χαρακτήρες να μου επιτρέψουν να δημιουργήσω αυτό το βάρος της νοσταλγίας που διαθέτουν όλα όσα έχουν βιωθεί έντονα και φτάνουν στο τέλος τους. Ο “Σπασμένος καθρέφτης” είναι ένα μυθιστόρημα όπου όλοι ερωτεύονται αυτόν που δεν πρέπει να ερωτευθούν και όποιος στερείται τον έρωτα, ψάχνει να βρει κάποιον να του τον δώσει με κάθε τρόπο, μέσα σε μια ώρα ή μέσα σε μια στιγμή».
