Η θερινή διηγηματογραφική παράδοση του Ανοιχτού Βιβλίου συνεχίζει απρόσκοπτα, για ένατη συνεχή χρονιά, με ιστορίες που γράφουν αποκλειστικά για τους αναγνώστες της «Εφ.Συν.» συγγραφείς μιας ανοιχτής τεχνοτροπικής και ηλικιακής βεντάλιας.
Αυτό το καλοκαίρι, δώδεκα συγγραφείς επιλέγουν ισάριθμους λογοτεχνικούς ήρωες (ελληνικής ή ξένης πεζογραφίας) για να περάσουν μαζί τις διακοπές τους – εντός ή εκτός συνόρων. Ενα πρωτότυπο διήγημα, με παιγνιώδη διακειμενική διάθεση (κι όχι μόνο), όπου οι «παραθεριστές» ταξιδεύουν στον χώρο και στον χρόνο και μας μεταδίδουν εικόνες και σκέψεις από «διακοπές» περιπετειώδεις, διασκεδαστικές, απρόσμενες, θυελλώδεις, στοχαστικές, ερωτικές, αμφίθυμες, ειρωνικές.
Διακοπές μ’ έναν ήρωα, λοιπόν, καθώς το βιβλιοφιλικό μας ένθετο μεριμνά, εκτός από βιβλιογραφική ενημέρωση και κριτική πυξίδα, και για λογοτεχνική απόλαυση.
Μετά τον Νικήτα Σινιόσογλου, τη Βασιλική Ηλιοπούλου, την Ελενα Μαρούτσου, τη Λουκία Δέρβη, τον Παντελή Μπουκάλα, τον Φαίδωνα Ταμβακάκη, την Αργυρώ Μαντόγλου, τον Γιώργο Μητά, την Ερση Σωτηροπούλου, την Κατερίνα Σχινά και τον Θάνο Σταθόπουλο, ο Αριστείδης Αντονάς ολοκληρώνει τη φετινή σοδιά διηγημάτων ενός δύσκολου καλοκαιριού.
Και του χρόνου πάλι με δυναμικές γραφές. Καλό φθινόπωρο…
Ηταν ο γιατρός που σήκωσε το τηλέφωνο. Αναγνώρισα αμέσως τη φωνή του. Δεν θα μπορούσε να είναι άλλος. Ηταν αυτή η βραχνή φωνή με την υπερβολική ένταση και θα την ξεχώριζα από κάθε άλλη φωνή στην κλινική. Αναρωτιέμαι γιατί κάλεσα την κλινική τη στιγμή που αποφάσισα να βγω έξω στην παραλία. Τόσο με αιφνιδίασε η θέα που φάνηκε απ’ το παράθυρο καθώς ξημέρωνε. Οταν, την προηγούμενη νύχτα, πήρα την απόφαση -καθώς ήμουν τόσο κουρασμένος- να σταματήσω το ταξίδι και να κοιμηθώ σε αυτό το ξενοδοχείο, δεν περίμενα καθόλου πως ξυπνώντας θα έβλεπα τη θάλασσα.
Διάβασα κάπου στον Henry David Thoreau τη φράση που έχει αληθινά μνημειώδη βιβλική δύναμη και τη θυμήθηκα βέβαια ξυπνώντας σε αυτό το μέρος: «Αν είσαι έτοιμος να εγκαταλείψεις πατέρα και μητέρα, και αδελφό και αδελφή, και σύζυγο και παιδί και φίλους, και να μην τους δεις ποτέ ξανά -αν έχεις ξεπληρώσει τα χρέη σου, και έχεις ρυθμίσει όλες τις υποθέσεις σου, και είσαι ελεύθερος άνθρωπος- τότε είσαι έτοιμος για έναν περίπατο». Να λοιπόν γιατί θα ξεκινούσα τις διακοπές μου ακριβώς σήμερα και μάλιστα μόνος! Οπως δηλαδή οφείλει να ξεκινά κανείς οποιεσδήποτε κανονικές διακοπές. Ηταν για μένα αυτή ακριβώς η σωστή μέρα για έναρξη διακοπών. Μια μέρα που δεν φανταζόμουν ότι θα ξεκινούσε ποτέ, όπως δεν φανταζόμουν ότι ξυπνώντας θα έβλεπα τη θάλασσα.
Κάλεσα την κλινική επειδή ήθελα μια γρήγορη επιβεβαίωση από τον γιατρό. Για τέτοια ηρωική έξοδο από τον τετριμμένο κόσμο χρειαζόμουν την έγκριση από μια ανώτερη δύναμη. Πώς να φανταστώ ότι η φωνή θα οδηγούσε σε καθολική ανάσχεση των διακοπών. Μα ήμουν στ’ αλήθεια έτοιμος να βγω. Και θα είχα κάνει εκείνο τον περίπατο στη θάλασσα εφόσον πράγματι είχα αφήσει πίσω ό,τι με συνέδεε με την πόλη, είχα διαγράψει ό,τι έζησα και είχα ξυπνήσει στο τυχαίο αυτό μέρος που μου αποκαλύφθηκε στο ξημέρωμα με εκείνη τη μακριά ξεχασμένη αμμουδιά.
«Κάνε μονάχα αυτό που σου λέω για μια τελευταία φορά. Δεν χρειάζεται να πας μακριά. Κάτι σε περιμένει εκεί ακριβώς που βρίσκεσαι».
«Με περιμένει κάτι, γιατρέ; Και πώς ξέρεις πού βρίσκομαι;»
«Κατέβα στην αίθουσα του πρωινού, βρες έναν ασθενή. Λέγεται Jean Des Esseintes. Ασχολήσου μαζί του. Είναι η πρώτη μέρα των διακοπών του. Ασχολήσου για λίγο μόνο. Και μετά κάνε το πρόγραμμά σου».
Το πρόγραμμά μου σήμερα ήταν να μην έχω πρόγραμμα αφού αποφάσισα να αρχίσω σήμερα τις διακοπές μου. Ισως συμβαίνει κάτι παρόμοιο με τον άλλο ασθενή του γιατρού με το όνομα Des Esseintes. Ούτε ξέρω πώς φορτώθηκα πάλι τέτοια υποχρέωση. Κατεβαίνω βιαστικά στην αίθουσα του πρωινού με το πουκάμισο ακόμη μισοκουμπωμένο. Εκεί είναι καθισμένος μονάχα ένας άνθρωπος. Πλησιάζω στο τραπέζι του. Παίρνω μια ανάσα κι ύστερα, «ξέρετε καλά», λέω αργά… «ότι μια ελεγχόμενη κατάσταση ορίζεται ως επιβολή του πνεύματος επί της πραγματικότητας».
«Με ειρωνεύεστε, κύριε;»
«Ακούστε», του λέω. «Μίλησα μόλις με τον γιατρό».
Μια γυάλινη πόρτα είναι ακριβώς μπροστά μας. Πίσω της δυο εξαθλιωμένες κουρτίνες. Εξω από εκεί η παραλία. Μέσα στην αίθουσα όλα είναι τακτικά αλλά ξεπεσμένα: ψεύτικα ασημικά, βιτρίνες με γυαλικά, στρωμένα λευκά τραπεζομάντιλα.
«Μιλήσατε με τον γιατρό; Αυτός εισηγήθηκε την κατασκευασμένη κατάσταση αντί της πραγματικότητας. Αυτός πρότεινε το ξενοδοχείο».
«Δεν θα χρειαζόμουν εδώ καμία έξοδο από το δωμάτιο. Για κανέναν λόγο. Υποσχέθηκε ένα τεχνητό περιβάλλον χωρίς περίσπαση».
«Ετσι υποσχέθηκε;»
«Και γιατί βγήκατε απ’ το δωμάτιο λοιπόν; Γιατί είσαστε εδώ;»
«Μα έγινε διακοπή ρεύματος. Επεσαν οι γραμμές. Μοιάζει με στέρηση του αέρα που αναπνέουμε».
«Μείνατε χωρίς σύνδεση, φτωχέ μου Des Esseintes».
«Ναι! Ακούτε τώρα απ’ έξω τον πραγματικό άνεμο που φυσάει; Τα πραγματικά κύματα που σκάνε στην ακτή; Τι πένθιμη σονάτα! Και ποιος ζητάει πια περιπάτους στην άμμο, μπάνια στη θάλασσα, διαδρομές στην εξαντλημένη φύση; Ποιος βγαίνει στην αξιοθρήνητη ακρογιαλιά μέσα στην καυτή ζέστη; Και μήπως χρειάζεται κανείς τη σάλα του μπιλιάρδου, το αναψυκτήριο ή κι αυτήν εδώ την αίθουσα πρωινού;»
«Δεν χρειάζεται πραγματική έξοδος λέτε;»
«Μόνον ελεγχόμενη, μόνο σε κλειστό περιβάλλον. Τι είπε σε σας ο γιατρός;»
«Δείτε, Des Esseintes. Αυτό που ακούγεται απ’ έξω έχει αλήθεια τη σημασία του. Θυμάστε ίσως που ο μικρός Μαρσέλ ξεκινούσε έναν περίπατο με τον πατέρα του, κι ενώ απομακρυνόταν ολοένα από το σπίτι, καταλάβαινε ξαφνικά ότι είχε φτάσει πίσω; Χωρίς να αντιληφθεί πώς έγινε αυτό βρισκόταν -μετά από τόσο δρόμο- ακριβώς πίσω εκεί απ’ όπου ξεκίνησε, δηλαδή στο σπίτι».
«Θα ‘πρεπε να το θυμάμαι;»
«Απρόβλεπτα, ξαφνικά! Στο ίδιο σημείο. Εκεί απ’ όπου ξεκίνησε! Ετσι φτιάχνονται οι διακοπές από διακοπές του ρεύματος και δείχνουν μονάχα ότι ξεμείναμε “ανάμεσα στον ουρανό και τη γη” σαν “φτωχοί αιχμάλωτοι”…»
«Ακούστε κάτι : “Αν είσαι έτοιμος να εγκαταλείψεις πατέρα και μητέρα, και αδελφό και αδελφή, και σύζυγο και παιδί και φίλους, και να μην τους δεις ποτέ ξανά -αν έχεις ξεπληρώσει τα χρέη σου, και έχεις ρυθμίσει όλες τις υποθέσεις σου, και είσαι ελεύθερος άνθρωπος- τότε είσαι έτοιμος να κλειστείς στο δωμάτιό σου”», λέει ο Des Esseintes. «Ισως σας θυμίζει κι εσάς κάτι αυτό».
«Μου θυμίζει!»
«Ζητούμενο όμως ήταν να φύγουμε, όχι να μείνουμε».
«Αν είναι να επιστρέψουμε στο ίδιο σημείο, όπως λέτε, προς τι το σχέδιο δραπέτευσης;»
«Διαμονή στη δραπέτευση χωρίς διακοπές, αγαπητέ Des Esseintes. Αυτή είναι η θεραπεία μας αλλά ίσως και η αρρώστια».
Βασίζεται στον Jean des Esseintes από το «Ανάστροφα» του Ζορίς-Καρλ Ουισμάνς (μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδ. Στερέωμα, 2019).
Τελευταίο βιβλίο του Αρ. Αντονά είναι το μυθιστόρημα «Ο πολτός των πραγμάτων» (Αντίποδες, 2020).
