ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Φιλιππίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τυχαία βρέθηκε ο μετέπειτα καθηγητής Σ. Σίνος στον Μυστρά, το 1954, μαθητής ακόμα γυμνασίου. Είχε ήδη αποφασίσει να σπουδάσει αρχιτέκτονας, αλλά δεν μπορούσε να προβλέψει ότι ακριβώς 30 χρόνια αργότερα θα βρισκόταν πάλι στον Μυστρά, για να αναλάβει ένα έργο, που άλλοι μάλλον θα απέφευγαν για τις ανυπέρβλητες δυσκολίες και ασάφειες που παρουσίαζε: την αναστήλωση του υστεροβυζαντινού Παλατιού του Μυστρά. Αφορμή, αυτή τη φορά, ήταν η επιθυμία του τότε Προέδρου Δημοκρατίας Κ. Καραμανλή να βρεθεί στη νότια Ελλάδα, ένα βυζαντινό μνημειακό αντιστάθμισμα στα εντυπωσιακά κλασικά – ελληνιστικά ευρήματα του Μανώλη Ανδρόνικου, στη Μακεδονία.

Στον Μυστρά είχε προπολεμικά (1937 – 39) εμπλακεί και ο θρυλικός αναστηλωτής Αναστάσιος Ορλάνδος, στον οποίο τόσα οφείλει ο τόπος. Αυτός, αντιμέτωπος με το χάος ενός ολοκληρωτικά ερειπωμένου βυζαντινού οικισμού, με μοναδικά εκκλησιαστικά μνημεία, περιορίστηκε σε επεμβάσεις συντήρησης ειδικά των κτισμάτων του Παλατιού, που συνοδεύτηκαν από σχετικές δημοσιεύσεις. Η γενικότερη εμπειρία του, καθώς και το αρχείο της υπηρεσίας του μαντεύουμε ότι βοήθησαν ουσιαστικά στο έργο του Σίνου, καθώς η σχετική πληροφόρηση στο βιβλίο του είναι περιορισμένη.

Ο Σίνος θα αρχίσει να ασχολείται με το Παλάτι το 1984, ως πρόεδρος της Επιτροπής Αναστήλωσης, το 1986 θα υποβάλει στο ΚΑΣ τη μελέτη αναστήλωσης που θα εγκριθεί το 1989, οπότε αρχίζουν οι σχετικές εργασίες, για να περατωθούν το 2015 –30 χρόνια μετά την αρχική εμπλοκή του. Στην προσπάθεια αυτή θα έχει βοηθούς 3 αρχιτέκτονες, από τους οποίους η καθηγήτρια Γεωργία Μαρίνου είχε να παίξει τον κυριότερο ρόλο μελέτης και επίβλεψης, και άλλους εξειδικευμένους μηχανικούς για επιμέρους έργα. Από όσα μάλιστα αναφέρονται στο κεφάλαιο IV, αντιλαμβάνεται κανείς ποιες ειδικότητες ανέλαβαν εργασίες συχνά ειδικών απαιτήσεων.

Ζωντανεύοντας ένα βυζαντινό παλάτι

Επειδή το βιβλίο απευθύνεται σε ξένο αναγνωστικό κοινό, έχει τυπωθεί στα αγγλικά. Εχουν προβλεφθεί γι’ αυτό πολύ συνοπτικές αναφορές στο ιστορικό υπόβαθρο του Μυστρά. Αν και δεν είναι το πρώτο ή το μοναδικό σχετικό δημοσίευμα του Σίνου, έχει πάρει τη μορφή τελικού απολογισμού. Από αυτή τη σκέψη μάλλον απορρέει η επιλογή της παραγωγής μιας τέτοιας μνημειακής έκδοσης, με εξαντλητικό όγκο πληροφόρησης, ένα απαιτητικό έργο που διεκπεραιώνει επάξια η Λουκία Μάρθα.

Σε τέσσερα άνισα μεταξύ τους κεφάλαια, το βιβλίο ασχολείται με τρία βασικά αντικείμενα: το χρονικό επεμβάσεων στο μνημείο, τη μελέτη αναστήλωσής του και την υλοποίηση του έργου. Μια ματιά στον πίνακα περιεχομένων δείχνει το τεράστιο βάρος που έχει επωμιστεί το κεφάλαιο ΙΙ, της τεκμηρίωσης της υπάρχουσας κατάστασης στο μνημείο πριν να το παραλάβει η Επιτροπή Αναστήλωσης. Εδώ, σε 132 σελίδες (το τρίτο του συνόλου) εξετάζονται τα πάντα, με κάθε λεπτομέρεια, σχετικά με την ανατολική και τη δυτική πτέρυγα του Παλατιού, σε σημείο που είναι εξαιρετικά δύσκολο να καταλάβει κανείς πού βρίσκεται, παρακολουθώντας εκτενείς περιγραφές ανάλυσης για το καθένα επιμέρους αρχιτεκτονικό στοιχείο, με συνοδεία αφθονίας φωτογραφιών και σχεδίων αποτύπωσης. Αυτή η δυσχέρεια οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον σύνθετο χαρακτήρα αυτών των επιμέρους, φαινομενικά αναρίθμητων, ζητημάτων που ανακύπτουν στην εξέταση του μνημείου.

Το κεφάλαιο ΙΙΙ περιλαμβάνει την ιστορία και αναπαράσταση του Παλατιού του Μυστρά, όπου όλη η προηγούμενη, υποχρεωτικά κατατετμημένη πληροφόρηση, επιτέλους τώρα συντίθεται σε εύληπτες ενότητες. Ολα μπαίνουν στη θέση τους, συσχετίζονται, εξηγούνται. Σε αυτό βοηθούν τα συνολικά σχέδια αποκατάστασης και μια μακέτα που δίνει την απαραίτητη τρισδιάστατη απόδοση του μνημειακού συνόλου. Συνάμα εδώ ακολουθεί μια συζήτηση για τη μορφή και την προέλευση των μορφολογικών στοιχείων δυτικής τεχνοτροπίας που υπάρχουν διάσπαρτα σε ορισμένα παράθυρα, που μπορεί να σημαίνει την πιθανή εδώ παρουσία Βενετσιάνων τεχνιτών. Στα Επιλεγόμενα, στο κλείσιμο του βιβλίου, θα επαναληφθούν περιληπτικά τα κυριότερα νέα στοιχεία που προέκυψαν από την αναγνώριση του μνημείου –η άγνωστη ώς τώρα ρωμαϊκή φάση της τοποθεσίας, η μεσοβυζαντινή φάση του αρχικού πυρήνα, η λειτουργική διάκριση (δημόσια-ιδιωτική ζώνη) για τις δύο πτέρυγες του Παλατιού και ο χαρακτήρας της μεγάλης πλατείας μεταξύ τους. Πάνω στο ερεθιστικό ζήτημα του πώς συνδυάστηκαν, γενικά στον Μυστρά, βυζαντινές με γοτθικές μορφές των μέσων του 14ου αιώνα –στο οποίο υπάρχουν σημαντικές πρόσφατα επιστημονικές συμβολές– εδώ συνοψίζονται επίσης οι επιμέρους παρατηρήσεις προηγουμένων κεφαλαίων.

Η αποκατάσταση του Παλατιού του Μυστρά, με επικεφαλής τον Σίνο, ως πρόεδρο της Επιτροπής Αναστήλωσης, είναι έργο μοναδικό για την έκτασή του, τις δυσχέρειες υλοποίησής του και τους φιλόδοξους στόχους του: να μπορέσει κάποτε να λειτουργήσει –λέγεται το 2023– προσφέροντας σε επισκέπτες την ψευδαίσθηση της άλλοτε ζωής σε ένα υστεροβυζαντινό Παλάτι, με τη βοήθεια σύγχρονων τεχνολογικών μέσων. Ας το ευχηθούμε γιατί εκεί θα κριθεί οριστικά και η αξία του.