Θεμελιώδες μυθιστόρημα του σύγχρονου κόσμου θεωρείται ο πασίγνωστος «Δον Κιχώτης» (1605 και 1615) του Μιγέλ ντε Θερβάντες, ένα έργο που έχει συστήσει τον ονειροπόλο ιδαλγό ως την πρώτη μυθιστορηματική (αντι)ηρωική φιγούρα. Αυτός, γαλουχημένος με τα ιπποτικά ρομάντζα της εποχής και πνευματικά παραμορφωμένος από τα ανυπόστατα μεγαλεία, αποβαίνει ένας τραγελαφικός χαρακτήρας, που μάχεται ανεμόμυλους, υπερασπιζόμενος τον δικό του κώδικα τιμής.
Στο ανά χείρας μυθιστόρημα ο Αστόλφος Βαρνακομπούμπο είναι ο Δον Κιχώτης των αστυνομικών. Στη Μαδρίτη και τη θερβαντική Μάντσα ο πρωταγωνιστής του Δημήτρη Καρακίτσου διαβάζει παθιασμένα αστυνομική λογοτεχνία κι έτσι, από σπόντα, αναλαμβάνει την εξιχνίαση του φόνου του ξυλοπόδαρου Τίο Αρμελίνο και του ιπποκόμη του Γκαουσταφάν, εντεταλμένος του υπνοβάτη Ιαβέρη Κούγκατ Περφίντια, ανιψιού του Τίο. Είναι προφανές από τα ανθρωπονύμια, από το ύφος, το οποίο σουρεαλίζει ανελέητα, κι από την παραδοξότητα της ιστορίας, ότι πρόκειται για μια παρωδία που συνδέει τη δονκιχωτική ονειροφαντασιά με τη μαγεία της «Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων» και τον Ραμπελέ με το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα.
Ετσι η όλη σύλληψη και η εκτέλεση εξαρθρώνει διά της παρωδίας τον τρόπο με τον οποίο γράφεται διαχρονικά η αστυνομική λογοτεχνία. Οι συμβάσεις της διακωμωδούνται, ο δαιμόνιος ντετέκτιβ είναι άπειρος και γελοίος, ο συγγραφέας, ο οποίος είναι -σχεδόν- παντογνώστης και αυτοσχολιαστικά παρών, βομβίζει μες στ’ αυτί μας αλήθειες, παρατηρήσεις και σκανταλιές. Ο Δ. Καρακίτσος φυσικά θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει εκτενέστερα και πιο πιστά τα στερεότυπα της αστυνομικής λογοτεχνίας, αυτά τα επαναλαμβανόμενα κλισέ, ώστε να αποδομήσει απόλυτα εκ των ένδον τον κορεσμό που δημιουργεί το είδος, όταν ακολουθεί την πεπατημένη των ερευνών, των ποικίλων ντετέκτιβ και της άχρωμης αφήγησης. Ο συγγραφέας ωστόσο, παίρνοντας εν μέρει αφορμή από αυτά τα αστυνομικά στερεότυπα, εξακτινώνεται σε μια πανδαισία κωμικών επεισοδίων και ανατρεπτικών καταστάσεων. Η γραφή χρησιμοποιεί τη διακειμενικότητα για να κάνει το κέφι της!
Είναι αλήθεια ότι όπως τα ιπποτικά μυθιστορήματα είχαν δημιουργήσει ένα υπερχείλισμα συσσωρευμένης «ρομαντζίτιδας» στην Ισπανία του 16ου αιώνα, απ’ όπου προέκυψε ο Δον Κιχώτης, έτσι και τα αστυνομικά μυθιστορήματα σήμερα, σε Ελλάδα και εξωτερικό, ναι μεν έχουν ανανεωθεί κι έχουν ανέβει επίπεδο, αλλά εν πολλοίς δεν παύουν να λειτουργούν υπο- και παρα-λογοτεχνικά. Η παρωδία του Δ. Καρακίτσου αναδεικνύει αυτό το αδιέξοδο της αστυνομικής λογοτεχνίας ναρκοθετώντας θερβαντικά τις ατραπούς της.
Σχεδόν παράλληλα με αυτό το μυθιστόρημα ο συγγραφέας εξέδωσε μια μικρή συλλογή διηγημάτων («Ιστορίες της Μάντσας», Θράκα, 2020). Σαν παρωνυχίδες του βασικού του πλάνου τα κείμενα αυτά αναδεικνύουν πως ο κόσμος του Αλόνσο Κιχάδα έχει την οικειότητα, την παραδοξότητα και την απρόβλεπτη φορά του δικού μας κόσμου. Ετσι και στον «Δον Υπαστυνόμο» η Μάντσα και η αρχή του μυθιστορήματος είναι ακόμα σύγχρονη, τροφοδοτεί το φαντασιακό μας και μπορεί να ξαναδώσει σατιρικό χαρακτήρα στη ζωή.
Ξαναγυρίζω για να ολοκληρώσω στα αστυνομικά έργα όπου κυριαρχεί η αυστηρή λογική, που συνδέει ενδείξεις και μαρτυρίες, και η γλωσσική αυτοκυριαρχία που λέει όσα πρέπει ώστε και να μη μαρτυρήσει το τέλος, αλλά και να αφήσει χαραμάδες υποψιών ή και παραπλανήσεων. Σ’ αυτό το στιβαρό μοντέλο η δονκιχωτική λογική, δηλαδή η παρερμηνεία, η γλωσσική υπέρβαση και η ιδεαλιστική αφέλεια έρχονται να υπονομεύσουν τη σοβαρότητα ενός εγκλήματος και την ιερότητα της δικαιοσύνης.
Σ’ αυτό συμβάλλει και η υπερρεαλιστική γραφή του μυθιστορήματος του Δ. Καρακίτσου, η γλωσσική υπερβολή, η σύναψη αλλόκοτων εννοιών, η ντανταϊστική εικονοποιία, οι αλλοπρόσαλλες περιγραφές. Αυτά τα λεκτικά παιχνίδια ωστόσο δεν εμποδίζουν την ιστορία να εξελιχθεί, βεβαίως με λογικά άλματα και παράλογες καμπές της αφήγησης, που θέλγουν με το ύφος τους αλλά συνάμα χαράζουν την τεθλασμένη της πλοκής μέχρι τέλους. Ισως η έκταση και ο ναρκισσισμός της γλώσσας να είναι βάρος, αλλά η συνολική σύλληψη, η σάτιρα, η σουρεαλιστική έξοδος από ένα κορεσμένο είδος και οι ραμπελεϊκές ανατροπές της ιεραρχίας, όπου όλοι έχουν εξουσία σε έναν κόσμο χωρίς αρχές, δίνουν κάτι το καινούργιο στη σκουριασμένη πεπατημένη των αστυνομικών έργων.
Ο Δ. Καρακίτσος συνδέει τον «Δον Κιχώτη» του Θερβάντες -και τον ιδεαλιστικό αντιηρωισμό του- με τη «Ζωή του Γαργαντούα και του Πανταγκρυέλ» (1532) του Ραμπελέ και την επαναστατική δύναμη του γέλιου που αναποδογυρίζει κάθε ιεραρχία. Ετσι ο αναγνώστης αφήνεται αχαλίνωτος να απολαύσει το λογικό και το παράλογο σε μια χειμαρρώδη σαρωτική πλοκή, γεμάτη φαντασία και κωμικές ακρότητες.
