Ο Ετγκαρ Κέρετ είναι ένας από τους πιο αξιόλογους και δημοφιλείς σύγχρονους Ισραηλινούς συγγραφείς. Παρόλο που επιδίδεται στη συγγραφή σύντομων διηγημάτων –ένα είδος που δεν συνοδεύεται συνήθως από μεγάλη εμπορική επιτυχία- όλα του τα βιβλία έχουν γίνει μπεστ σέλερ, ενώ οι μεταφράσεις τους ανά τον κόσμο έχουν λάβει διθυραμβικές κριτικές αναδεικνύοντάς τον σε δεξιοτέχνη της μικρής φόρμας.
Στην Ελλάδα τον πρωτογνωρίσαμε με τη συλλογή διηγημάτων Ο οδηγός λεωφορείου που ήθελε να γίνει Θεός, με ευδιάκριτο ήδη το στίγμα της γραφής του: ανορθόδοξη ματιά, μαύρο χιούμορ, εμφύτευση του φανταστικού και παράλογου στοιχείου μέσα σε καθημερινές καταστάσεις, μεγάλη θεματική και μορφική ποικιλία, σφραγίδα μιας αστείρευτης και παιγνιώδους δημιουργικής φαντασίας.
Το πλέον πρόσφατο βιβλίο του, που φέρει τον τίτλο «Αναποδιά στην άκρη του γαλαξία», αποτελεί κι αυτό συλλογή διηγημάτων, ολιγοσέλιδων ως επί το πλείστον, αλλά και κάποιων πιο εκτενών. Στο πρώτο, με τίτλο «Η προτελευταία φορά που με εκτόξευσαν από κανόνι», αφηγητής είναι ένας καθαριστής κλουβιών σ’ ένα ρουμάνικο τσίρκο που, όταν τον εγκαταλείπει η γυναίκα του παίρνοντας μαζί και το παιδί τους, δέχεται να αντικαταστήσει την «ανθρώπινη οβίδα», έναν άντρα που εκτοξεύεται από κανόνι, επειδή εκείνη τη μέρα έχει μεθύσει και δεν είναι σε θέση να εκτελέσει το νούμερο.
Στο επόμενο ο αφηγητής παρακολουθεί έναν άντρα που είναι έτοιμος να πηδήξει από μια ταράτσα και προσπαθεί να τον αποτρέψει εμψυχώνοντάς τον, την ώρα που ο πεντάχρονος γιος του, αντίθετα, τον προτρέπει να πετάξει, καθώς νομίζει ότι πρόκειται για κάποιον σούπερ ήρωα. Ενα άλλο διήγημα, όπου ο αφηγητής είναι συγγραφέας, ξεκινάει ως εξής: «Ο φίλος μου ο Τοντ θέλει να του γράψω μια ιστορία που θα τον βοηθήσει να ρίξει κοπέλες στο κρεβάτι του».
Ο αφηγητής προσπαθεί να του εξηγήσει πως «δεν πάει έτσι. Η ιστορία δεν είναι μαγικό ξόρκι ή υπνοθεραπεία, η ιστορία είναι απλά ένας τρόπος να μοιραστείς με τους ανθρώπους αυτό που αισθάνεσαι, κάτι οικείο, ενίοτε και ντροπιαστικό που… “Ωραία λοιπόν” με διακόπτει πάλι ο Τοντ, “να μοιραστείς κάτι με τους αναγνώστες σου, κάτι οικείο-ενίοτε-και-ντροπιαστικό, που θα κάνει τις αναγνώστριές σου να πέσουν στο κρεβάτι μου”». Μετρ της ειρωνείας και του αυτοσαρκασμού, ο Κέρετ γνωρίζει πράγματι πώς να μοιράζεται με τους αναγνώστες του κάτι οικείο-ενίοτε-και-ντροπιαστικό, και μάλιστα, χωρίς να οδηγεί απαραιτήτως σε εκμαυλισμό αναγνωστριών, σίγουρα μας κάνει να χαμογελάμε, έστω κι αν το χαμόγελο αυτό είναι καμιά φορά πικρό.
Ο ίδιος ο συγγραφέας, σε συνέντευξή του έχει δηλώσει: «Εχω την εντύπωση ότι το χιούμορ ήταν πάντα το όπλο των αδυνάτων. Χρησιμεύει για να διαμαρτύρεσαι απέναντι σε μια πραγματικότητα που δεν μπορείς να αλλάξεις αλλά, ταυτόχρονα, ούτε και να αποδεχτείς». Οι ιστορίες του Κέρετ εμπεριέχουν, πράγματι, ένα στοιχείο διαμαρτυρίας, που όμως δεν εκδηλώνεται με τον τρόπο του κλασικού κοινωνικού ρεαλισμού.
Ο συγγραφέας ασκεί κοινωνική, ενίοτε και πολιτική, κριτική από μια έκκεντρη όμως οπτική γωνία, συχνά «κουκουλωμένη» κάτω από τα πέπλα του φανταστικού, όπως για παράδειγμα στην «Πολική σαύρα», όπου έναν χρόνο μετά την τρίτη υποτιθέμενη θητεία του Τραμπ στην Αμερική, δημιουργείται μια μονάδα από έφηβους στρατιώτες, οι οποίοι στρατεύονται με κίνητρο τη συλλογή μιας σειράς από συλλεκτικές κάρτες με χαρακτήρες Ντίτζιμον, ή στο εξαιρετικό ομώνυμο της συλλογής διήγημα «Αναποδιά στην άκρη του Γαλαξία», όπου παρακολουθούμε μια ανταλλαγή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ανάμεσα στον γιο μιας επιζήσασας του Αουσβιτς και στον ιδιοκτήτη ενός escape room. Τα μέιλ αυτά μάλιστα είναι σπαρμένα ανάμεσα στα διηγήματα της συλλογής με τρόπο ώστε να αποτελούν ένα είδος συνδετικού νήματος, καθώς η αναπάντεχη τροπή που παίρνουν αποτελεί απτή απόδειξη της αποτυχίας του ανθρώπινου είδους να επουλώσει τα τραύματά του διαιωνίζοντας έτσι τον κύκλο της ασυνεννοησίας και του μίσους.
Ωστόσο, η απαισιοδοξία για τη μοίρα αυτού του πλανήτη «στην άκρη του γαλαξία» δεν αποτελεί την επίγευση αυτής της συλλογής. Παρότι ο Κέρετ μιλά για την απώλεια, την κακοφορμισμένη μνήμη, τη φθορά των ανθρώπινων σχέσεων, την αποπροσωποποίηση του ψηφιακού κόσμου, την αποξένωση και την απελπισία, για τις πληγές εν ολίγοις της ιστορίας και της Ιστορίας, αυτό που μένει είναι όχι μόνο η κατανόηση για τα «ανθρώπινα» αλλά και η συγκίνηση που προκύπτει από τα μικρά πράγματα του κόσμου τούτου, όπως διαφαίνεται στη «Σκάλα» όπου ένας άγγελος, μπουχτισμένος από τη μοναδική του ασχολία, το σκάλισμα των σύννεφων, αποχαυνωμένος από την έλλειψη επιθυμιών ή αναγκών, αντί της γαλήνιας λίμνης του άλλου κόσμου νοσταλγεί τις δίνες και τα κύματα. Νοσταλγεί τις μυρωδιές γι’ αυτό και παίρνει μια σκάλα να κατεβεί στον πολύπαθο αλλά τόσο πλούσιο σε μυρωδιές κόσμο μας.
Η επίγευση λοιπόν του βιβλίου είναι αυτή η μεγάλη ποικιλία των μυρωδιών, από τη «γλυκιά, καψαλισμένη μυρωδιά ενός κέικ που παραψήθηκε στον φούρνο» έως τις πλέον δύσοσμες των εκκρίσεων που αποτελούν όμως αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής, κοινό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης κατάστασης με την οποία ο Κέρετ δεν χορταίνει να χαμογελά. Μαζί του κι εμείς.
