ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Φιλιππίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το οπισθόφυλλο αυτού του μαγικού βιβλίου μας προειδοποιεί ότι πρόκειται για ένα «υβριδικό χρονικό» που «ξετυλίγει ένα χάρτη» παράγοντας μια «αστική πατριδογνωσία» μέσω «συνειρμικής γραφής». Δεν θα μπορούσε να είχε διατυπωθεί μια πιο δυσνόητη εξήγηση του περιεχομένου, πριν διαβάσουμε τις πρώτες του γραμμές. Αλλωστε, ούτε και το ευρηματικό εξώφυλλο, έργο της Β. Αβραμοπούλου /A4 art design, θα μπορούσε να μας διαφωτίσει περισσότερο, για να μην προσθέσουμε ότι ο υπότιτλος, εκείνη η μετέωρη φράση «αφήγημα για» την Αθήνα, θα ήταν σε θέση το καθένα χωριστά και όλα μαζί σαν πιθανές εκδοχές, να μας πει προς τα πού πάμε και κυρίως πού βρισκόμαστε.

Γιατί δεν είμαστε πουθενά, δεν είμαστε δεμένοι με κανένα τόπο και κανένα χρόνο. Μπορεί ο Βατόπουλος να ξεκινάει από την εμβληματική του οδό Πατησίων, κάνοντας ένα τυπικό περίπατο για να μας εφησυχάσει, αλλά πολύ γρήγορα αυτή η ατμόσφαιρα ρεμβασμού θα περάσει σε ένα υπερφυσικό τοπίο, ένα «οροπέδιο άχρονο», όπου διασταυρώνονται σαν αστραπές «διαδρομές του νου» σχηματίζοντας έναν «ευρύτατο χάρτη».

Αλλά ούτε και αυτή η εικόνα αρκεί: οι «ιστορίες [βρίσκονται] η μια πάνω στην άλλη», πράγματα φωτίζονται και αμέσως μετά σκοτεινιάζουν, ο περιπατητής μας δεν είναι ποτέ μοναχός. Η περιπλάνησή του είναι εσωτερική κι εκεί ακούγονται συνεχείς μονόλογοι φαντασμάτων, αφηγήσεις άλλων προγενέστερων επισκεπτών, τραυματικά ίχνη από γκρεμισμένες οικοδομές. Παρελαύνουν αρχεία και χαμένες ιστορίες, τα σημάδια που άφησαν άλλοι εμμονικοί συλλέκτες, η απόκοσμη βουή μιας μοναχικότητας μέσα στο πλήθος.

Ο Βατόπουλος είναι αμίλητος, στραμμένος προς τον εσωτερικό του «χάρτη», απορροφημένος σε μια «αυτοβιογραφική ακτινογραφία», γνωρίζοντας πως όλα όσα αντικρίζει δεν εξηγούνται, δεν έχουν νόημα. Περπατώντας, λέει κάπου προς το τέλος ότι «παρατηρεί γράμματα και αριθμούς» έτσι όπως είναι σκόρπια παντού μέσα στην πόλη, σημάδια της επαλληλίας στρώσεων από διαφορετικούς «πολιτισμούς» που εκφράζουν τον ακόρεστο καταναλωτισμό της.

Ξέρει ότι όσο προσπαθεί να αγγίξει αυτά τα κρυπτικά μηνύματα, τόσο απωθείται προς περισσότερο οικείες σε αυτόν μορφές: χάνεται σε αρχεία, ζει μέσα στον κινηματογράφο, ακολουθεί τις μνήμες οσμών. Στρέφεται σε καταξιωμένους «δασκάλους» του διψώντας για μάθηση. Καταφεύγει σε εφημερίδες, περιοδικά, βιβλία – άλλωστε από μικρός κυκλοφορούσε με ένα ψαλίδι στο χέρι κόβοντας και αρχειοθετώντας άρθρα και εικόνες.

Ο ερωτισμός της πράξης του αναδύεται σαν μόνιμο ρεφρέν μέσα από κάθε απόπειρα ερμηνείας και ανάσυρσης από το παρελθόν. Το αντικείμενο του πόθου του, εκείνες οι χαμένες ψευδαισθητικές μορφές που έχουν αποτυπωθεί μέσα του, δηλαδή πάνω σε γκρεμισμένους τοίχους, άδεια οικόπεδα, εγκαταλειμμένους κήπους, δεν μπορούν να περάσουν στον κόσμο των ζωντανών. «Μεγάλωσα με μύθους», παραδέχεται κάπου σχετικά με το αντικείμενο του πόθου του, και αυτή η διάψευση –καρπός πολύχρονης, επίμονης «περιπλάνησης»– δεν θα είναι λυτρωτική γι’ αυτόν. Αντίθετα, του επαυξάνει τη δίψα να γνωρίσει τα πάντα, κάθε κρυμμένο μυστικό, κάθε χαμένο κλειδί γνώσης. Είναι καταδικασμένος σε μια αιώνια διάψευση χωρίς όρια.

Είτε γράφοντας τις τόσο γνώριμες, τακτικές επιφυλλίδες του, έχοντας απομονώσει κάποιο στιγμιότυπο της πόλης, είτε συνθέτοντας βιβλία που παίρνουν μορφή «αφηγήματος» όπως αυτό που έχουμε τώρα μπροστά μας, μετέχοντας σε δημόσιες παρουσιάσεις και συζητήσεις πάνω σε σχετικά θέματα, είτε οργανώνοντας περιηγήσεις μέσα στην πόλη με πυκνά ακροατήρια, ο Βατόπουλος έχει αποκτήσει ένα ασύγκριτο βαθμό ωρίμανσης, που τον κατατάσσει σε άλλη κατηγορία από διάφορους ονομαστούς Αθηναιοδίφες, παλιότερους και νεότερους, που αφιέρωσαν τη ζωή τους σε μια τόσο φευγαλέα αναζήτηση.

Είναι κάτι περισσότερο από μποντλερικός flâneur, που ψυχανεμίζεται τα ψυχρά ρεύματα του μοντερνισμού. Ισως μοιάζει περισσότερο με εκείνες τις φασματικές κουκουβάγιες, που φώλιαζαν στις σπηλιές της Ακρόπολης, σύμβολα μιας πόλης που δεν είχε ανάγκη υλικών τεκμηρίων γιατί η ίδια ήταν η ιδέα του εαυτού της. Εκείνο, τελικά, που μάγεψε τους ιδρυτές της πρωτεύουσας του Νεότερου Ελληνισμού. Το σιωπηλό πέταγμα της κουκουβάγιας την ώρα που σβήνει το φως της μέρας μπορεί να είναι η μετεμψύχωση ενός τέτοιου ονειροπόλου και αδιόρθωτου εραστή της πόλης.

Και σαν να μην έφταναν τα παραπάνω, στο τέλος ο Βατόπουλος θα παραθέσει μια βιβλιογραφία. Εκεί ο έκπληκτος αναγνώστης θα βρει καταχωρημένες αναφορές στα πάντα όσα αφορούν την πόλη «του», από τα πιο συμβατικά κι αναμενόμενα ως τα πιο εκκεντρικά. Αυτές οι χωρισμένες σε ενότητες 30 σελίδες ορίζουν το βιβλιοφιλικό στίγμα του. Εδώ φανερώνεται το εύρος των ενδιαφερόντων του, αλλά και οι τρόποι με τους οποίους ο ίδιος έχει ταξινομήσει το τυπωμένο υλικό που χρησιμοποιεί, μαζί με τα ίδια τα παλιά κτίρια, ως «πύλες μύησης» για τον ανεξάντλητο κόσμο του.