Σύμφωνα με το αυτί του ογκώδους αυτού βιβλίου, ο Γ. Κόκκωνας είναι φιλόλογος και ιστορικός, ειδικευμένος στην ιστορία του βιβλίου και στη βιβλιολογία, με μακρόχρονο διδακτικό κι ερευνητικό έργο. Μια τέτοια αρχική πληροφόρηση είναι απόλυτα απαραίτητη ώστε να αντιληφθεί ο αναγνώστης τις προθέσεις μιας τέτοιας έκδοσης.
Που δεν είναι πια ακόμα μια επανέκδοση της γνωστής αυτοβιογραφίας του σπουδαίου αυτού λαϊκού καραγκιοζοπαίχτη, αλλά μια σε απίστευτο βάθος ανασκαφή στις αυτοβιογραφίες (γιατί αποδεικνύεται πως δεν ήταν μία μόνο) του Σπαθάρη, ταιριασμένη με τα συμφραζόμενα της εποχής του, με όλο τον θίασο επί σκηνής – διανοούμενους, καλλιτέχνες, κοσμικούς, που «ανακάλυψαν» πρώτοι τον Σπαθάρη, τον ανέδειξαν και σε κάποιο κρίσιμο σημείο τον ώθησαν να γράψει τα απομνημονεύματά του.
Το αποτέλεσμα του μόχθου του Κόκκωνα είναι εντυπωσιακό. Μέρος του μόνο είναι η αναγνώριση και η σκόπιμη αντιπαράθεση των δύο πλήρων «γραφών» των απομνημονευμάτων (1944, 1950-55), που καλύπτουν 412 σελίδες συνολικά, αλλά σε συνέχεια, η προσθήκη «παραρτημάτων» (ως χωριστά «συμπληρώματα και παραλλαγές» των δύο γραφών, άλλες 57 σελίδες), δημοσιευμάτων του Σπαθάρη στον Τύπο (24 σελίδες) και τα «επεξηγηματικά σχόλια» συν «γλωσσάρι» (52 σελίδες).
Κι επειδή ο αναγνώστης μπορεί να μην το υποψιάζεται, ας προσθέσουμε ότι οι δύο εκείνες «γραφές» του Σπαθάρη ήταν ουσιαστικά νέες αποκαλύψεις. (Υπήρξε και μια ενδιάμεση, «χαμένη» έως πρόσφατα παραλλαγή, αλλά ας την ξεχάσουμε για να μην μπερδευόμαστε.) Ο Κόκκωνας σημειώνει στον πρόλογο: «Τα πρώτα χειρόγραφα (του 1944) τα θεωρούσαμε χαμένα, ενώ τα άλλα (του 1950-55) δεν γνωρίζαμε καν ότι υπήρχαν». Αλλά αρκούν αυτές οι διαπιστώσεις: η ουσία της έκδοσης βρίσκεται αλλού. Κάτι που φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά ο Κόκκωνας, αλλιώς δεν θα έμπαινε σε τόσο κόπο να την τεκμηριώσει.
Γιατί άλλη ιστορία είναι το ποιος ήταν πραγματικά ο «πλακάς και εποχιακός καραγκιοζοπαίχτης» Σωτήρης Σπαθάρης και ποια τα κατορθώματά του και άλλο το πώς τον είδαν και τον μεταχειρίστηκαν οι σύγχρονοί του, επώνυμοι και μη. Μια τέτοια ιστορία, με άλλα λόγια, αφηγείται πολύ περισσότερα από τα καθαυτό απομνημονεύματα ενός χαρισματικού καραγκιοζοπαίχτη, όπου περιγράφονται οι περιπέτειες της ζωής και της τέχνης του.
Αντίστροφα, το πώς μεταχειρίζονται όσοι συναναστράφηκαν τον Σπαθάρη, με ή χωρίς ιδιοτέλεια, ώστε να κατασκευαστεί ο μύθος ενός γενικής αποδοχής «λαϊκού δημιουργού», αποτελεί μοναδικό τεκμήριο του πώς λειτουργούν οι ιδεολογικοί μηχανισμοί σε μια κοινωνία επιρρεπή στην κατασκευή εθνικών (ενοποιητικών) μύθων. Είχε άλλωστε προηγηθεί στον Μεσοπόλεμο η αποθέωση του στρατηγού Μακρυγιάννη, του ζωγράφου Θεόφιλου ή ακόμα και του Γιαννούλη Χαλεπά, ως λαϊκά προσκυνήματα.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Καραγκιόζης εμφανίστηκε ως ο πραγματικός εθνικός ήρωας, εκείνος ο από σκηνής πρωταγωνιστής που μπορούσε να συγκινήσει από τον μεγάλο ποιητή Σικελιανό στην Κηφισιά ώς τον ανώνυμο λαό στις μάντρες του Μεταξουργείου. Ο Σπαθάρης, που έμαθε γράμματα διαβάζοντας τους σταυρούς στο Β’ Νεκροταφείο, μπόρεσε να πιάσει αυτόν τον σφυγμό με τον ευφυέστερο τρόπο. Η αρχική «εμπλοκή» του ζωγράφου Νίκου Καρτσωνάκη (Νάκη), στον οποίο οφείλεται η προτροπή να συγγράψει ο Σπαθάρης τα απομνημονεύματα του 1944, η μετέπειτα νέα εκκίνηση συγγραφής χάρη στην καθοδήγηση του «πληθωρικού, ενθουσιώδους νεαρού ποιητή» Λάμπη Χρονόπουλου που κατέληξε στα απομνημονεύματα του 1950-55, ως διασκευή εκείνων του 1944, συνιστούν οπωσδήποτε καθοριστικά γεγονότα της ιστορίας.
Το διάβασμα των σκαμπανεβασμάτων αυτών των σχέσεων θα ήταν ένα μυθιστόρημα αφ’ εαυτού, ιδίως τώρα που έχουμε μια καλή εικόνα τού πόσο δύσκολα τεκμηριώνεται η «αυθεντικότητα» των απομνημονευμάτων, ύστερα από τόσες ομολογημένες κι ανομολόγητες επεμβάσεις «εξωραϊσμού» ή κατάφωρης «λογοκρισίας» που διέπραξαν όσοι αναμίχθηκαν σε αυτή την πολυδαίδαλη υπόθεση.
Ομως είχε προηγηθεί ο τόσο οξυδερκής Γιάννης Τσαρούχης το 1937, με ένα θαυματουργό μικρό άρθρο στα Νεοελληνικά Γράμματα, με τίτλο «Ενας καραγκιοζοπαίχτης». Εκεί μιλούσε για τις «αποθεώσεις», μια «καινοτομία» του Σπαθάρη που στο τέλος της παράστασης «Αθανάσιος Διάκος» ανέβασε ζωντανούς ηθοποιούς στη σκηνή, τον εαυτό του και τον γιο του, Ευγένιο, να υποδύονται «όλους τους ρόλους κατά σειρά». Αυτό και μόνο το στοιχείο θα αρκούσε για να στηθεί ολόκληρο νέο βιβλίο για τις υπόγειες ρίζες ενός άγνωστου ελληνικού (λαϊκού) θεάτρου.
Αντί γι’ αυτά, τελικά επικράτησε η «δημοσιογραφική τυμπανοκρουσία» από το «ευρύτατης κυκλοφορίας» περιοδικό Ταχυδρόμος τον Δεκέμβριο 1959, που ανήγγειλε «κατ’ αποκλειστικότητα» την επικείμενη κυκλοφορία του best seller με τίτλο Απομνημονεύματα Σ. Σπαθάρη και η τέχνη του Καραγκιόζη.
Οχι, αν ήταν να διαλέξουμε ένα sequel σε αυτή τη μεγάλη περιπέτεια, θα διαλέγαμε μια διασκευή των τελευταίων τριάντα σελίδων της εισαγωγής του Κόκκωνα σε συναρπαστικό σενάριο ταινίας μυστηρίου, όπου η «τύχη των χειρογράφων», τα «δεδομένα και επιλογές» της έκδοσης και η αυθεντικότητα «αυτών που διαβάζουμε» παίζουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο, κάτι ίσως ανάλογο με την υπόθεση των θρυλικών Περγαμηνών της Νεκρής Θαλάσσης.
