ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γ. Ν. Περαντωνάκης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι πειραματισμοί στη λογοτεχνία έχουν σκοπό να επεκτείνουν τα όρια του αληθινού, να ξαναδιαβάσουν την πραγματικότητα και να την προβάλουν με νέο πρίσμα. Ετσι ενώ συχνά το μυθιστόρημα -στη μακραίωνη ζωή του- ξένισε λόγω των καινοφανών καταστάσεων που επέλεξε, δεν έπαψε να αναφέρεται, έστω και πλάγια, στη δική μας πραγματικότητα, για να την παρουσιάσει και να τη σχολιάσει.

Η Ελένη Γιαννακάκη δεν έχει πάψει να πειραματίζεται. Σε κάθε της βιβλίο έρχεται με νέες ιδέες και με ιδιαίτερες οπτικές γωνίες να ξανασυζητήσει τις συνθήκες που γεννούν ομαλότητες και ανωμαλίες.

Κι όταν λέω ότι πειραματίζεται, δεν εννοώ τον εσωτερικό μονόλογο που χρησιμοποιεί κατά κόρον, τον συνδυασμό του με τον ελεύθερο πλάγιο λόγο, το ξεδίπλωμά του σε μακροπερίοδες παραγράφους, το παρακολούθημα της ακώλυτης προφορικής ομιλίας κ.λπ. Στο ανά χείρας βιβλίο συναντάμε επιπλέον ως αφηγήτρια κι ως πρωταγωνίστρια μια χταποδίνα, ενώ οι φωνές πολλαπλασιάζονται καθώς μιλάνε τα πλοκάμια της σε μια πολυδιάστατη πολυποδία!

Ο παραλληλισμός είναι εξ αρχής εύγλωττος. Η συγγραφέας, όσο κι αν δοκιμάζει νέες συνταγές, δεν ξεφεύγει ριζικά από το βασικό πολιτισμικό της σενάριο που είναι η σύγχρονη οικογένεια, ο προβληματισμός για την υφή της, ο ρόλος της φύσης και της κοινωνικής επίδρασης, αλλά και οι λοιπές διαπροσωπικές σχέσεις που χαράζουν την καθημερινότητά μας.

Ως τώρα η πεζογράφος σατίρισε με τον συνδυασμό γαστρονομίας και έρωτα το ευδαιμονιστικό μοντέλο της εποχής μας, με τη ματιά της υποχόνδριας με την καθαριότητα νοικοκυράς υπονόμευσε τη λουστραρισμένη ευτυχία της ελληνικής μεσοαστικής οικογένειας, με αναφορές στον κινηματογράφο και το διαδίκτυο κατέδειξε τις κοινωνικές συνθήκες που δημιούργησαν τον παιδεραστή της διπλανής πόρτας και με την προοπτική μιας γηραιάς κυρίας προέβαλε την ανάγκη των ηλικιωμένων για αξιοπρέπεια κι όχι για παραγκωνισμό.

Εδώ η μάνα Οκτάβια έχει αναλάβει τον νέο της ρόλο, να προστατεύσει δηλαδή τα εκκολαπτόμενα χταποδάκια, ώσπου να βγουν από τα αυγά τους και να «απογαλακτιστούν», ενώ συνάμα δεν παύει να αναλογίζεται τις σχέσεις της και τις «κανιβαλικές» της πράξεις κατά τη διάρκεια της ώς τώρα ζωής της. Με συνεχείς σπειροειδείς τροχιές της αφήγησης, με περιδινήσεις και ρουφήχτρες -για να μιλήσω κι εγώ με τη θαλασσινή ιδιόλεκτο, που στίζει απολαυστικά το κείμενο- ανασυντίθεται το συνολικό παζλ το οποίο αποκαλύπτεται σταδιακά.

Πάλι, όπως και στα «Χερουβείμ της μοκέτας», η δράση εστιάζεται σε ένα ερωτικό τρίγωνο, όπου η γυναίκα-χταπόδι σχετίζεται με το βαρύ αρσενικό Νέρωνα, αλλά σε κάποια φάση εμφανίζεται στη ζωή της ο Ευκλείδης -ή μήπως… η Ευκλείδης; Πέρα όμως από τον έρωτα, κυριαρχεί ο προβληματισμός για τη μητρότητα, τα γηρατειά, τον θάνατο και τη δέσμευση ή όχι από τη φύση.

Πριν φτάσω στο κέντρο του λογοτεχνικού της προβληματισμού, αξίζει να επισημάνω ότι η Ελ. Γιαννακάκη, επιλέγοντας ως ηρωίδα μια χταποδίνα, πετυχαίνει να αναδείξει το πολυδιάστατο της προσωπικότητας, της οποίας κάθε μέρος μπορεί να λειτουργεί αυτόνομα, να έχει διαφορετική γνώμη από τα υπόλοιπα και να κατευθύνεται συχνά προς διαφορετική πορεία συμπεριφοράς.

Αυτή η πολυφωνία, εγγενής σε κάθε άνθρωπο, δεν οδηγεί στον διχασμό της προσωπικότητας, αλλά επιδεικνύει τους πολλαπλούς εαυτούς, οι οποίοι αλληλοκαλύπτονται, διασταυρώνονται, διαφωνούν και βλέπουν την πραγματικότητα με διαφορετικά πρίσματα. Κι επιπρόσθετα η επιλογή ενός χταποδιού περιορίζει τα εθνικά ή κοινωνικά χαρακτηριστικά κι εξοβελίζει από το προσκήνιο τις συγκεκριμένες συνθήκες, για να δώσει στην αλληγορία πανανθρώπινα γνωρίσματα.

Το ερώτημα λοιπόν που εγείρεται είναι πόσο η ανθρώπινη συμπεριφορά καθορίζεται από τη φύση και πόσο κληρονομεί βιολογικές πρακτικές ή από την άλλη όλα αυτά είναι πολιτισμικές έννοιες που καθορίζονται από τα συστήματα ανταγωνισμού κι εξουσίας της κοινωνίας.

Κι εδώ το μυθιστόρημα αμφιταλαντεύεται: αν το χταπόδι κινείται από μια γενετική προδιάθεση, που το ωθεί στο να εξοντώσει το άλλο χταπόδι (θηλυκό κι αρσενικό), να αναπαραχθεί νομοτελειακά κι έπειτα να πεθάνει, τότε η φύση από μόνη της ορίζει τις σχέσεις με όρους «ζούγκλας». Αν, αντίθετα, η κοινωνία κι η ανθρώπινη ζωή ωθεί στον ανταγωνισμό και την αλληλοεξόντωση, ενώ η φύση μάς γέννησε ρουσοϊκά αγαθούς, τότε η αλληγορία με ένα ζώο στερεί από το έργο τη βασική του στόχευση.

Αυτή η αντίφαση αίρεται όχι μόνο επειδή η οκτάποδη ηρωίδα έχει ανθρώπινα γνωρίσματα, αλλά κι επειδή η αλληλεπίδραση φύσης και κοινωνίας είναι πάντα ερώτημα κι όχι τελική απάντηση, ειδικά στο έργο της Ελ. Γιαννακάκη. Επομένως το κείμενο δεν διεκδικεί πολιτικές προεκτάσεις, όπως μια υπερερμηνεία θα ήθελε, αλλά μένει στο πολύ γόνιμο επίπεδο της ανθρώπινης συνείδησης, η οποία διερευνά την ίδια της την ύπαρξη, τον προορισμό της και τις κοινωνικές της επιλογές.

Ο ντετερμινισμός του θανάτου αλλά και η βιολογική σχέση της μητέρας με τα παιδιά της βαραίνουν εν τέλει πάνω από τις όποιες δυνατότητες δίνει στον άνθρωπο η ελευθερία που διαθέτει. Τελικά η φύση, κατά τη συγγραφέα, είναι η κυρίαρχη εξουσία;