Η ταξιδιωτική πεζογραφία είναι ένα ιδιαίτερο, καθιερωμένο λογοτεχνικό είδος, το οποίο διακρίνεται για την πολλαπλότητα των αναγνώσεών του και τα πολιτισμικά και ανθρωπολογικά συμφραζόμενά του. Αναπτύχθηκε κατά τους Νέους Χρόνους και ειδικότερα τον 18ο αιώνα.
Αφηγηματικά εκδηλώθηκε είτε με την κλασική διήγηση των ταξιδιωτικών συμβάντων και εντυπώσεων, είτε με τη μορφή της ημερολογιακής καταγραφής τους, είτε με τον τρόπο της επιστολικής αναφοράς. Το ταξίδι και η καταγραφή του ήταν μία από τις εκφάνσεις της νεωτερικότητας και του κινήματος του ρομαντισμού.
Οι λόγιοι των Νέων Χρόνων ήθελαν να διευρύνουν τους ορίζοντές τους, να γνωρίσουν άλλους λαούς και διαφορετικούς τρόπους ζωής και σκέψης. Σταδιακά όμως, με την κυριαρχία και την εμπέδωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και του συνακόλουθου αστικού λογοκρατούμενου και υλιστικού τρόπου ζωής, το ταξίδι προσέλαβε και την υπαρκτή ή τη φανταστική διάσταση της φυγής και της αναζήτησης ενός «καθαρού» κόσμου ως αντίδραση στον αλλοτριωμένο δυτικό. Ηταν μια ακόμη εκδοχή του ρομαντισμού που μετά κυρίως τη δεκαετία του 1960 στράφηκε στην Ανατολή και τον μυστικισμό της.
Ενα τέτοιο ταξίδι περιγράφει ο Στέλιος Βαρβαρέσος στο βιβλίο του «Ταξίδι στην Ανατολή. Οι Ινδίες», χωρίς βέβαια τις ιδεολογικές ψευδαισθήσεις των περασμένων χρόνων του ’60 και ’70. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο συγγραφέας συνδυάζει την ιδιότητα του ταξιδιώτη με αυτήν του ειδικού «τεχνοκράτη», αφού είναι καθηγητής Οικονομικής και Πολιτικής του Τουρισμού στο Πανεπιστήμιο Δ. Αττικής και έχει συγγράψει και άλλα βιβλία, αμιγώς επιστημονικά αλλά και πιο δοκιμιακά, όπως το «H χαμένη τέχνη του ταξιδιού» (εκδ. Παπαζήσης).
Στο παρόν βιβλίο, στο οποίο αναπλάθεται ένα ταξίδι στην Ινδία το 1996, κυριαρχεί η ματιά και ο στοχασμός του ταξιδιώτη με αρκετά στοιχεία βέβαια του επιστήμονα, όπως η παρατηρητικότητα, η περιγραφική ακρίβεια, η ανάδειξη του σημαντικού. Εκείνο που απουσιάζει βέβαια παντελώς είναι η οπτική και η συμπεριφορά του τουρίστα. Οι περιηγήσεις του και οι περιγραφές του δεν είναι καθόλου επιδερμικές ούτε καρτποσταλικές αφηγήσεις τοπίων και συμβάντων.
Απουσιάζει επίσης η οριενταλιστική ματιά του υπερόπτη δυτικού ανθρώπου απέναντι στην Ινδία, τους κατοίκους και τον τρόπο ζωής τους, παρ’ όλο που συχνά οι περιγραφές του σοκάρουν. Ο Βαρβαρέσος αφηγείται και περιγράφει ρεαλιστικά τα όσα ζεί και βλέπει, αλλά δεν μένει στην επιφάνεια των πραγμάτων. Με έναν σχετικά προσωπικό τόνο προσπαθεί να εισχωρήσει στον πολύμορφο βίο των Ινδών και να τον κατανοήσει, τόσο στην υλική και πρακτική του διάσταση όσο και στη διανοητική και θρησκευτική του.
Βέβαια δεν είναι δυνατόν να απουσιάζουν οι περιγραφές των διαδρομών με τα τρλενα και τα απλά λεωφορεία, οι εικόνες της ινδικής υπαίθρου και των εντυπωσιακών τοπίων των Ιμαλαΐων, οι βροχές την περίοδο των μουσώνων, οι αποτυπώσεις από κάθε πλευρά γνωστών ιστορικών πόλεων αλλά και σχετικά αγνώστων, οι καταγραφές περίεργων επαγγελμάτων, όπως των χειροκίνητων αμαξιδίων-ταξί ή των γητευτών φιδιών, οι φιγούρες των γιόγκι. Μεγάλη και εντυπωσιακή είναι η αναφορά του συγγραφέα στην ιερή πόλη Μπενάρες, δίπλα στον επίσης ιερό μεγάλο ποταμό Γάγγη και στα όσα εντυπωσιακά και εξωφρενικά για τον δυτικό εκτυλίσσονται εκεί.
Εκτός από την περιγραφή των αστικών και υπαίθριων τόπων, το βλέμμα του Βαρβαρέσου συλλαμβάνει και αποδίδει την περίεργη κοινωνική διαστρωμάτωση με τις κάστες, που αντέχει ακόμα στον χρόνο, τη δυσχερή θέση των γυναικών, τη θρησκευτική αντίληψη των Ινδών και την υπερβατική τους σχέση με το θείο, την πληθώρα των μύθων και των δοξασιών που τους περιβάλλουν και την αντανάκλαση όλων αυτών στη στάση της ζωής τους. Συχνά δε και με βιωματικές αναφορές συγκρίνει τον δυτικό τρόπο ζωής με τον αντίστοιχο ανατολικό – ινδικό και προκύπτουν αβίαστα οι ριζικές διαφορές.
Ο συγγραφέας αφηγείται εξαιρετικά και σκιαγραφεί με διεισδυτικότητα και ανάγλυφα ένα ολόκληρο άλλο σύμπαν, το οποίο υπάρχει ακόμα, έστω με πολλά στοιχεία κοινωνικής και οικονομικής καθυστέρησης, κόντρα στην ισοπεδωτική πολιτισμική παγκοσμιοποίηση, παρ’ όλο που η Ινδία παρουσιάζει εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης.
