ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γ. Ν. Περαντωνάκης, Αριστοτέλης Σαΐνης, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δυο εμβληματικοί κριτικοί λογοτεχνίας του «Ανοιχτού Βιβλίου» (Γ. Ν. Περαντωνάκης και Αριστοτέλης Σαΐνης) κι ένας σημαντικός κριτικός και δοκιμιογράφος (Βαγγέλης Χατζηβασιλείου) ανταποκρίθηκαν στην πρόσκλησή μας να ανιχνεύσουν τα όρια, τις ωσμώσεις, τις επικαλύψεις και τις μεταμορφώσεις που τίθενται, ενεργοποιούνται και αναπροσαρμόζονται, μεταπολεμικά, κυρίως από τη μεταπολίτευση και πέρα, ανάμεσα στην εγχώρια και στη διεθνή λογοτεχνία.

Υπάρχει ή όχι σήμερα περίκλειστη και αυτάρεσκη γραφή στη νοσταλγική εντοπιότητά της (ή, συμμετρικά, στον αφρώδη κοσμοπολιτισμό της);

Μπορεί κάποιος να μιλήσει από τον χαρτογραφημένο τόπο του βιώματος, του τραύματος ή της απόλαυσης, σ’ έναν οικουμενικά ανήσυχο αναγνώστη;

Σήμερα, φυσικά, εν μέσω μιας παγκοσμιοποιημένης υγειονομικής και όχι μόνο κρίσης, αυτό το διπολικό ερώτημα αποκτάει κι ένα επιπλέον νόημα.

Και δεν αναφέρομαι στο πως θα αντιδράσει ο κόσμος του βιβλίου (εκδότες, συγγραφείς και αναγνώστες) μετά το πρώτο και δεύτερο κύμα του SARS-COV-2, τόσο υλικά όσο και πολιτισμικά.

Αλλά στο αν θα διαμορφωθεί μια λογοτεχνία του κορονοϊού και, κυρίως, αν αυτή η τάση αφηγηματικής ενσωμάτωσης της δυστοπίας του παρόντος διευρύνει ή περιστείλει τα ιστορικά, ηθικά, ηθολογικά, πολιτικά ή υπαρξιακά ανακλαστικά μας.

Αναζητώντας τον κοσμοπολιτισμό στις μέρες μας…

Του Αριστοτέλη Σαΐνη

Ρευστή έννοια, που διατρέχει την πολιτισμική ιστορία δημιουργώντας πάντα εντάσεις και μόνο με την εκφορά της. Από φιλοσοφικό πρόταγμα και αρετή της αρχαιότητας που συνδέθηκε στην πορεία της με τον Ανθρωπισμό και τις διδαχές του Διαφωτισμού, κατέληξε «αδύνατο ιδεώδες» για τον Τσβάιχ, αφού αποδείχθηκε ότι καταρρέει στην πρώτη κρίση και δη σε περιόδους πολέμου. Απαισιόδοξη οπτική, ίσως, προφανώς ενισχυμένη από την αντιφατική συγκυρία. Την ώρα που τα σύνορα κλείνουν προοδευτικά σ’ έναν κόσμο που κλυδωνίζεται επικίνδυνα, να ξεφυλλίζει κανείς διαδικτυακά τη διαρκώς διογκούμενη βιβλιογραφία για τη διαπολιτισμική συνείδηση μιας «Global Literature» που τείνει ν’ αντικαταστήσει την ευρωκεντρική «Παγκόσμια Λογοτεχνία» του Γκαίτε…

Ωστόσο, κάθε τρέχουσα συζήτηση για τον κοσμοπολιτισμό δεν μπορεί ν’ αγνοήσει το σημερινό πλαίσιο. Η παγκοσμιοποιήση του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού είναι η προβληματική εμπειρική πραγματικότητα και ο κοσμοπολιτισμός το ιδεώδες της. Εξού και κάποιοι μιλούν για ανθρωπιστικό κοσμοπολιτισμό, ικανό να θεραπεύσει τα μεγάλα προβλήματα (προσφυγική, οικονομική και περιβαλλοντική κρίση, τρομοκρατία και διεθνής εγκληματικότητα κ.λπ.) που ταλανίζουν τις ενοποιημένες από την τεχνολογία και την πληροφορία κοινωνίες και ξεπερνούν τα εθνικά σύνορα.

Αλλοι είναι σκεπτικοί και θεωρούν ότι οι απολίτικες κοσμοπολιτικές ιδέες είναι τελείως ανεδαφικές, και κάποιοι άλλοι προτείνουν το πρόθεμα «ψευδο-» μπροστά από τη λέξη, για να χαρακτηρίσουν σημερινές επιφανειακές εκδοχές του. Ο αχανής και σημασιολογικά ευπροσάρμοστος όρος διευρύνεται για να συμπεριλάβει ποικίλες μορφές και πρακτικές και συνεχώς αναμετριέται με πραγματικά ή πλαστά διλήμματα και έννοιες: τον επαρχιωτισμό, την εσωστρέφεια και τον απομονωτισμό, τον εθνοκεντρισμό, τον εθνικισμό και τον σοβινισμό, συχνά με τον πατριωτισμό, ακόμα και με τον διεθνισμό!

Τι σημαίνει, ωστόσο, πολίτης του κόσμου στην πεζογραφία, και δη εις τα καθ’ ημάς; Μ’ άλλα λόγια, τι σχέση έχει ο ρομαντικός κοσμοπολιτισμός του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή ή του Δημητρίου Βικέλα με τον μεσοπολεμικό κοσμοπολιτισμό του Θράσου Καστανάκη, ή η αισιοδοξία του Γιώργου Θεοτοκά και ο κοσμοπολιτισμός του Kώστα Ουράνη και του Nίκου Καζαντζάκη με την πεζογραφία του μεταπολέμου και τον πολιτικοποιημένο κοσμοπολιτισμό του Στρατή Τσίρκα ή του Δημήτρη Χατζή, αλλά και, αργότερα, η πανοραμική οπτική του Γιάννη Πάνου με τα «κοσμοπολιτικά» φανερώματα μετά το γύρισμα του αιώνα; Και αφήνω απ’ έξω τον φιλολογικό κοσμοπολιτισμό του Νικόλαου Επισκοπόπουλου ή τον μοντερνιστικό κοσμοπολιτισμό των ποιητών μας.

Ολα τους αποτελούν ιστορικές μεταλλάξεις της διαρκούς έντασης ανάμεσα σε παγκοσμιότητα και εντοπιότητα. Βιωματική τάση, ιδίωμα συμπεριφοράς και τρόπος ζωής, ο κοσμοπολιτισμός στη λογοτεχνία είναι προφανώς και πρωτίστως ζήτημα προοπτικής, διευρυμένης οπτικής γωνίας που επιτρέπει «ολιστικές» θεάσεις για τον εναγκαλισμό της ανθρώπινης κοινότητας, συνείδηση της διαπολιτισμικότητας, διαλεκτική άρση φαινομενικών αντιθέσεων και ταυτόχρονη κριτική των τοπικιστικών προκαταλήψεων και του ισοπεδωτικού εκσυγχρονισμού.

Θυμίζω τις πρώιμες ευθείες επιθέσεις στην «κουλτούρα-κόσμο» της παγκοσμιοποίησης από τον Αρη Μαραγκόπουλο (βλ. τώρα: Η τριλογία του ’80, 2018), αλλά και τον εξωτικό λογοτεχνικό κοσμοπολιτισμό του Φαίδωνα Ταμβακάκη, ενώ έχει ήδη παρατηρηθεί (Δημήτρης Τζιόβας) ότι η πεζογραφία μας (Δημοσθένης Κούρτοβικ, Γιάννης Κιουρτσάκης, Αλέξης Πανσέληνος κ.ά.) κλήθηκε μετά το 1990 ν’ αντιμετωπίσει επιτακτικά προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας (ευρωπαϊκή ενοποίηση, πολυπολιτισμικότητα, εθνική ταυτότητα σε παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον), προσπάθεια που συνοδεύτηκε από μορφικές αναζητήσεις, καθώς κάθε νέα θεματική απαιτεί άλλη μορφή, εξού και οι συχνά φυγόκεντρες θεματικά, αλλά και έκκεντρες μορφικά, μεταμυθοπλαστικές στρατηγικές που υιοθετήθηκαν.

Νομίζω ότι σ’ αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε με μεγαλύτερη ταχύτητα μέρος της πεζογραφίας μας τα τελευταία χρόνια. Για παράδειγμα, η καθολικότερη ματιά κάποιων πεζογράφων άνοιξε γρήγορα το πλάνο από το τοπικό στο παγκόσμιο, όπως δείχνουν κάποιες αντιδράσεις στην πρόσφατη οικονομική κρίση (από τη Δήµητρα Κολλιάκου ώς τον Ιάκωβο Ανυφαντάκη), στο φαινόμενο της τρομοκρατίας (Ευγενία Μπογιάνου, Νίκος Δαββέτας), το αυξανόμενο οικολογικό ενδιαφέρον (από τον Μιχάλη Μοδινό ώς τον Ακη Παπαντώνη και, γιατί όχι, ώς τον πρόσφατο Μιχάλη Μακρόπουλο), με τον ίδιο τρόπο που ανατροφοδότησε νέες προσεγγίσεις στην ελληνική Ιστορία (από τον Γεώργιο Σκληρό της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη ώς τους «μετανάστες» της Κάλλιας Παπαδάκη και του Χρήστου Αστερίου).

Η σύγχρονη ένταση ανάμεσα σε παγκοσμιότητα και εντοπιότητα (ενισχυμένη από βιωματικές εμπειρίες) έκανε δυνατή την πραγμάτωση κειμένων όπως αυτά του Μιχάλη Μιχαηλίδη ή του Βασίλειου Δρόλια [από την ειρωνική κατόπτευση του ευρωπαϊκού συνθέματος στους Επόπτες (2016) στην καρδιά του σκότους της Αφρικής με το Nyos. Η τελετή της αθωότητας (2016)], διεύρυνε τον πολιτικό ορίζοντα της Αντζελας Δημητρακάκη και τον αντίστοιχο δυστοπικό της Ιωάννας Μπουραζοπούλου, επέτρεψε στη Σώτη Τριανταφύλλου ή στον Χρήστο Χρυσόπουλο να δημιουργήσουν από την αρχή (ή να βυθιστούν σε) άλλες ετεροτοπικές κοινωνίες, αλλά και στους ήρωες της Αμάντας Μιχαλοπούλου ή του Βασίλη Αλεξάκη να κινηθούν με άνεση σε ξένους τόπους, χρωμάτισε την ταξιδιωτική πεζογραφία (Γιώργος Βέης, Νίκη Τρουλλινού), το έργο της Νίκης Μαραγκού και την πρώτη εμφάνιση του Σωφρόνη Σωφρονίου αλλά και κυριαρχεί στη βιβλιακή οικουμενικότητα του Αχιλλέα Κυριακίδη. Εξάλλου, στοχασμό πάνω στην ουσία του κοσμοπολιτισμού δεν αποτελεί, σε τελική ανάλυση, το τρίτο μέρος των Μαύρων Διαθηκών του Νικήτα Σινιόσογλου;

Και να ένα ακραίο όριο σ’ αυτή την κατεύθυνση. Οι πλάγιες αυτοβιογραφικές µυθοπλασίες του Μισέλ Φάις, ηθικός στοχασμός πάνω στην ετερότητα και στη σκληρή ηθική της ταυτότητας, όπου το υπαρξιακό κενό ανοίγει για να εγκολπωθεί με ενσυναίσθηση τον μακρινό άλλο [από την Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου (1994) ώς το Από το πουθενά (2015)] και χρήσιμη η φροϊδικής καταγωγής έννοια του «ωκεάνιου αισθήματος» που εισήχθη στη σχετική συζήτηση από τον Ρόμπινς για να περιγράψει την αδυναμία του υποκειμένου να διακρίνει τα όρια μεταξύ του εαυτού και του όλου σε πλανητικό επίπεδο.

Κι όλα αυτά, την ίδια ώρα που άλλοι συγγραφείς στρέφονται στο «τοπικό», γιατί το παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον προκαλεί τόσο «κοσμοπολιτικές» αντιδράσεις (τα καλά κείμενα είναι πάντα κριτικές ή, έστω, υποψιασμένες ενστάσεις στην παγκοσμιοποίηση) όσο και «παρτικουλαρισμό». Η σύγχρονη αναβίωση μιας νέας ηθογραφίας (μορφικά προωθημένης και όχι νοσταλγικά προσανατολισμένης σε μια χαμένη παρελθοντική αθωότητα) αποτελεί μια νέα εκδοχή τοπικισμού, όχι ασύμβατη με τις πολιτισμικές εξελίξεις σε όλο τον κόσμο. Ας θυμηθούμε, ωστόσο, το άλμα της Βασιλικής Πέτσα από τα διηγήματα του 2015 στην απόλυτα συντονισμένη με το σημερινό παγκοσμιοποιημένο αδιέξοδο σπονδυλωτή μυθιστορία γεωγραφικής περιπλάνησης Το δέντρο της υπακοής (2018).

Επιστροφή στη µικροκλίµακα από τη μια, άνοιγμα στη μακροκλίμακα από την άλλη, ίσως αποτελούν άλλες όψεις του ίδιου νομίσματος, όπως θα ’λεγε ο Μουλλάς. Τα καλά κείμενα σε κάθε περίπτωση καλύπτουν τις ίδιες ανάγκες αυτοσυνειδησίας, διερευνούν τα ίδια πολιτισμικά διλήμματα, αντιμεταθέτοντας, ίσως, απλώς τα συμφραζόμενα. Η αντίθεση εξωστρέφεια/εσωστρέφεια δεν επαρκεί. Οπως ο θεματολογικός εξωτισμός και η ανακίνηση παγκόσμιων προβλημάτων δε σημαίνουν αυτομάτως κοσμοπολιτική θέαση, έτσι και, εξ ορισμού, ο θεματογραφικός τοπικισμός ή η αναμόχλευση ενδημικών τραυμάτων δεν αποκλείει την οικουμενική ματιά. Ζητούμενο στη λογοτεχνία, που κατά βάση ήταν πάντα πράξη κοσμοπολιτισμού, είναι ένας «δημιουργικός κοσμοπολιτισμός» (Γιώργος Αριστηνός) με ελληνική οπτική.

Προφανώς απλουστεύω, αλλά το πρόβλημα δεν απέχει πολύ από τη διαλεκτική σχέση του κοσμοπολίτικου μοντερνισμού με την παράδοση (π.χ. ο Μπόρχες για την αργεντίνικη παράδοση και τον μοντέρνο ποιητή), τη σχέση εθνικής και παγκόσμιας συνείδησης στον Τόμας Μαν και τον Αντρέ Ζιντ ή τους «ανοιχτόμυαλους» του Μοράν που «μπορούν να εκτιμήσουν ένα έργο τέχνης πρωτίστως από την εθνική και εν συνεχεία από την ανθρώπινη σκοπιά».

Αυτό που σίγουρα άλλαξε στην κρίσιμη εποχή μας είναι η συχνότητα αυτών των κειμένων, ίσως ανάλογη με αυτήν την εποχή του Μεσοπολέμου. Φυσικά, υπάρχουν σημαίνουσες διαφορές ανάμεσα στις εποχές, καθώς το νιτσεϊκό δαιμόνιο και ο ζιντικός δίαυλος έχουν πλέον πεθάνει, μαζί με κάθε γενικό όραμα…

Το παγκόσμιο είναι πλέον ντόπιο

Του Γ. Ν. Περαντωνάκη

Το 1989 πέφτει το Τείχος του Βερολίνου, το 1991 διαλύεται η Σοβιετική Ενωση και το 1992 υπογράφεται η Συνθήκη του Μάαστριχτ που σηματοδοτεί την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ενωσης με τη νέα της μορφή. Με αυτά τα ιστορικά γεγονότα περνάμε στην Εποχή της Παγκοσμιοποίησης, όπου τόσο τα εθνικά όσο και τα πολιτισμικά σύνορα είναι πλέον διαπερατά.

Αυτή η διεθνοποίηση δεν ήρε τις διαφορές των εθνών και των πολιτισμών, ούτε εγκαθίδρυσε μονοπωλιακά την αμερικανοευρωπαϊκή κουλτούρα, όσο κι αν τους έδωσε μεγαλύτερη δύναμη. Ωστόσο, δημιούργησε δύο τάσεις: μία προς την αποδυνάμωση του έθνους μέσα στο διεθνές σκηνικό, όπου ο υβριδισμός, οι διγενείς ταυτότητες, ο κοσμοπολιτισμός και οι διαπολιτισμικές επαφές προκρίνονται, και μία προς την ενίσχυση του τοπικού, όπου η ιδιαίτερη πατρίδα, η διάλεκτος και η τοπική παράδοση προβάλλονται ως το αρχέγονο λίκνο.

Αυτή η ώσμωση του εθνικού με το αλλότριο πέρασε διάφορες φάσεις, πολύ πριν εγκαθιδρυθεί η παγκοσμιοποίηση. Ελληνες ταξιδεύουν στο εξωτερικό και γνωρίζουν τη δυτική κατά βάση κουλτούρα, δια-φωτίζονται κι επιστρέφουν στη γενέτειρα με ανοικτούς ορίζοντες, ξένοι έρχονται στην Ελλάδα και εγκλιματίζονται κάτω από τον εκθαμβωτικό ήλιο της, άνθρωποι ταξιδεύουν με κοσμοπολίτικη διάθεση εντός και εκτός των συνόρων, λαοί διασταυρώνονται σε σημεία-κατώφλια, όπως η Αλεξάνδρεια, η Ιταλία και λοιπές βαλκανικές και ευρωπαϊκές πόλεις.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι αντιθέσεις ντόπιο – ξένο, ιθαγενές – κοσμοπολίτικο κ.λπ. δημιουργούσαν πολώσεις και αντιμετώπιζαν τους δύο πόλους ως άκρα, τα οποία κινούνταν ανάμεσα στη διαφορά και τη ρήξη, από την ανωτερότητα και τη μίμηση μέχρι τον εξορκισμό και την αμυντική απόρριψη, σπάνια την ταύτιση. Η λογοτεχνία, πιο διαλλακτική από τους άλλους λόγους της κοινωνίας, έφερνε συχνά τα δύο ετερώνυμα σε δημιουργικό διάλογο, συχνά με διακειμενικές ωσμώσεις, δείχνοντας όμως, συνήθως, το διαφορετικό πρόσημο που τα διείπε.

Τι αλλάζει τα τελευταία τριάντα χρόνια; Η Ευρωπαϊκή Ενωση μετέτρεψε τη νεοελληνική ταυτότητα αυτόχρημα σε ευρωπαϊκή (είμαστε και Ελληνες και Ευρωπαίοι, όχι μόνο πολιτισμικά αλλά και πολιτικά), η δυνατότητα μετακινήσεων έφερε πολλούς στη βιωματική επικοινωνία με άλλους τόπους, η δυνατότητα μετεγκατάστασης οδήγησε πολλούς (συγγραφείς και μη) σε άλλα κράτη, η μετανάστευση, ο συγχρωτισμός των λαών, τα ΜΜΕ και κυρίως το διαδίκτυο μετέτρεψαν τη Γη σε ένα πλανητικό χωριό, όπου τα σύνορα έχουν μόνο πολιτικό χαρακτήρα.

Επομένως, και η λογοτεχνία διέρρηξε σύνορα και, χωρίς να εγκαταλείπει συνήθως την ελληνική γλώσσα (με μικρές εξαιρέσεις), έφερε τους λογοτέχνες σε ποικίλα διεθνιστικά πειράματα, όχι ως δοκιμές διάτρησης των στεγανών αλλά ως αυτονόητες συνθήκες συμβίωσης. Ο τόπος –και γενικότερα ο χρονότοπος– ξεφεύγει από τα ελληνικά όρια ή πηγαινοέρχεται μέσα και έξω από αυτά, καθώς οι πρωταγωνιστές κινούνται χωρίς κωλύματα στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, είναι συχνά αλλοεθνείς και πολλές φορές βλέπουν τον κόσμο έξω από το ελληνικό πρίσμα.

Σ’ αυτό το χρονικό άνυσμα βλέπουμε την οικουμενικότητα να πρωταγωνιστεί ως σκηνικό και νοοτροπία και να ενσαρκώνεται από πολυπρόσωπους πολυεθνικούς θιάσους χαρακτήρων στα μυθιστορήματα λ.χ. της Ιωάννας Μπουραζοπούλου, του Χρήστου Αστερίου, της Αντζελας Δημητρακάκη και του Μισέλ Φάις, ή ως πανοραμική θέαση των διεθνών ζυμώσεων, όπως κάνει ο Μιχάλης Μοδινός, ο Μιχάλης Μιχαηλίδης και ο Βασίλης Δρόλιας ή στο ιστορικό μυθιστόρημα ο Ισίδωρος Ζουργός.

Πιο κοντά, όμως, στην αλλαγή της οπτικής γωνίας βρίσκονται έργα πεζογράφων, οι οποίοι μιλάνε για Ελληνες χαρακτήρες που ταξιδεύουν ή εγκαθίστανται στο εξωτερικό, με την ίδια άνεση σαν να ζούσαν σε μια άλλη πόλη της χώρας τους (Αμάντα Μιχαλοπούλου, Δήμητρα Κολλιάκου, Βασίλης Αλεξάκης). Η έννοια του ζωτικού χωροχρόνου, δηλαδή, δεν περιορίζεται στα σύνορα της γενέθλιας πατρίδας, αλλά εύκολα κι αυτονόητα επεκτείνεται σε όποιο μέρος του κόσμου μπορεί να προσφέρει δουλειά ή συνθήκες προσωπικής ευδοκίμησης.

Και, τέλος, παρατηρείται μια μεγάλη άνθηση μυθιστορημάτων που αναφέρονται σε αλλοεθνείς που ζουν στις χώρες τους ή σε άλλες, χωρίς το πλαίσιο να παραπέμπει ευθέως ή εμμέσως στην Ελλάδα. Ετσι, βλέπουμε τη Σώτη Τριανταφύλλου λ.χ. και τον Αύγουστο Κορτώ να γράφουν πολιτισμικά σενάρια που εκλαμβάνουν το αλλότριο απλώς ως άλλο, το ξένο ως μια ακόμα ανθρώπινη συνθήκη και την Ιστορία άλλων πολιτισμών ως καμβά της δράσης. Σ’ αυτό το πλαίσιο η Νένη Ευθυμιάδη, ο Αρης Μαραγκόπουλος, ο Δημήτρης Σωτάκης, ο Χρήστος Χρυσόπουλος, ο Δημήτρης Μαμαλούκας, ο Κώστας Καλφόπουλος κ.ά. εγκαθιστούν το βλέμμα τους σε άλλες κοινωνίες και βλέπουν τον κόσμο από εκεί.

Θέλω να σταθώ ιδιαίτερα σε δύο περιπτώσεις δια-πολιτισμικού διαλόγου που εγείρουν κοσμοπολιτικό και δι-εθνικό προβληματισμό. Το Σαν μυθιστόρημα (1995) του Γιάννη Κιουρτσάκη εξετάζει τον εκπατρισμό ως ευρωπαϊκό εγκλιματισμό και τη σχέση της Ελλάδας με τον δυτικό πολιτισμό, ενώ η Ζαΐδα ή Η καμήλα στα χιόνια (1996) του Αλέξη Πανσέληνου συζευγνύει την ελληνική παράδοση με το κλίμα του ευρωπαϊκού πολιτισμού και αναδεικνύει τις τομές αλλά και τις ρήξεις τους.

Συνοψίζοντας, θα ήθελα να τονίσω ότι οι Ελληνες λογοτέχνες γράφουν πλέον και για άλλους τόπους, σκηνικά και πολιτισμικές συνθήκες, μιλάνε για άλλες χώρες με την ίδια άνεση με την οποία γράφουν για τη δική τους και σε μια πανανθρώπινη θεώρηση κοιτάνε την ανθρωπότητα ως ολότητα και συνάμα ως πλήθος διαφορών. Οπως μπαίνουν στη θέση άλλων ειδών ανθρώπων στη δική τους κοινωνία, έτσι προσπαθούν να δουν τον κόσμο με τα μάτια αλλοεθνών, οι οποίοι εκκινούν από άλλη βάση.

Ανάμεσα στο τοπικό και στο διεθνές εν μέσω πανδημίας

Εθνος, τόπος και κοσμοπολιτικό στοιχείο στο μετα-πολιτευτικό ιστορικό μυθιστόρημα

Τρεις εμβληματικές περιπτώσεις

Του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου(*)

Μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και κατά τη διάρκεια μιας μακράς περιόδου, η οποία φτάνει μέχρι και τις ημέρες μας, το ιστορικό μυθιστόρημα θα επινοήσει σε ό,τι αφορά τον ιδεολογικοπολιτικό του προσανατολισμό ταυτότητες με σχετικιστικό περιεχόμενο. Το συλλογικό νόημα θα θεμελιωθεί πλέον όχι στον ενιαίο κορμό του εθνικά περιχαρακωμένου χώρου, αλλά στα χαρακτηριστικά τα οποία παρουσιάζει το τοπικό – τα επιμέρους εθνοτικά, πολιτισμικά και φυλετικά σύνολα. Με τις εξελίξεις αυτές να τρέχουν, το ιστορικό μυθιστόρημα γκρεμίζει τα τείχη του ομογενοποιημένου έθνους και του αδιάσπαστου ιστορικού παρελθόντος, επιτρέποντας να εισβάλει στη σκηνή του η χαώδης ρευστότητα του παρόντος.

Οι ανανεωτές του ιστορικού μυθιστορήματος στα καθ’ ημάς, έχω κατά νουν τρεις εμβληματικές περιπτώσεις, τη Ρέα Γαλανάκη, τη Μάρω Δούκα και τον Αλέξη Πανσέληνο, επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους, από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 μέχρι και την αυγή του 21ου αιώνα, σε ένα ελληνικό σύμπαν το οποίο έχει ήδη μετατραπεί σε καθρέφτη πολλαπλών πολιτισμικών αντανακλάσεων: ένας καθρέφτης όχι μόνο της Ανατολής, που παύει πλέον να είναι ο βάρβαρος εχθρός, αλλά και της Δύσης, που σταματώντας από τη μεριά της να εκπροσωπεί τον ευγενή κυρίαρχο ανοίγει έναν δρόμο για την πρόσβαση στις κατακτήσεις της τέχνης, της επιστήμης και της φιλοσοφίας.

Την αυλαία ανοίγει η Ρέα Γαλανάκη με το έργο της O βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά. Spina nel Cuore (1989). Ο Ισμαήλ Φερίκ Πασάς δεν κατορθώνει να ξεπεράσει τη σύγκρουση ανάμεσα στην υπερτοπική οθωμανική πολιτική του συνείδηση και την επιτόπια ελληνική του καταγωγή, καταλήγοντας στην κατάρρευση. Γεννημένος στην Κρήτη και αιχμαλωτισμένος από τους Τούρκους σε μικρή ηλικία, ο Ισμαήλ Φερίκ (ή Εμμανουήλ Παπαδάκης) εξισλαμίζεται στην Αίγυπτο, όπου και κάνει καριέρα υψηλόβαθμου αξιωματικού, για να επιστρέψει εν έτει 1866 στη γενέτειρά του ως επικεφαλής εκστρατευτικού σώματος το οποίο έχει ως σκοπό του την καταστολή της ελληνικής εξέγερσης.

Εγκλωβισμένος στον ρόλο του οθωμανού στρατηλάτη, αλλά και του Ελληνόπαιδος της παιδικής του μνήμης, ο Ισμαήλ Φερίκ θα διχαστεί ανάμεσα στο αίμα του γενέθλιου τόπου και τη στρατιωτική, εκ των πραγμάτων κοσμοπολιτική του εκπαίδευση. Ο κοσμοπολιτικός κανόνας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η επιτόπια νόρμα καταστρέφουν εξίσου τον μυθιστορηματικό ήρωα, ο οποίος αποδεικνύεται ανίκανος να ορίσει και να κερδίσει είτε τη μια είτε την άλλη του εκδοχή: ούτε υπερεθνικός ούτε επιτόπιος – μόνο δραματικά εκκρεμής και άπατρις.

Με το Ζαΐδα ή Η καμήλα στα χιόνια (1996), ο Αλέξης Πανσέληνος θα καταφύγει στο παρελθόν προκειμένου να σκηνοθετήσει μια φιλόδοξη συνεύρεση της τέχνης με την πολιτική, η οποία καταλήγει και πάλι μακριά από την οικοδόμηση οιουδήποτε εθνικού ιδανικού. Ο Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ και ο Διονύσιος Σολωμός συναντιούνται εν έτει 1799 στην Ηπειρο του Αλή Πασά, όπου προφυλαγμένοι από τις απειλές της προεπαναστατικής Ελλάδας, εκμυστηρεύονται διά μακρών ο ένας στον άλλο τους τρόπους και τα μυστικά της τέχνης τους.

Παραβιάζοντας την παραδοσιακή υποχρέωση του ιστορικού μυθιστορήματος να σέβεται (ή εν πάση περιπτώσει να μην καταστρατηγεί προκλητικά) χρονολογίες και γεγονότα (ο Μότσαρτ και ο Σολωμός δεν συναντήθηκαν ποτέ: το 1799 ο πρώτος ήταν νεκρός ενώ ο δεύτερος είχε μόλις γεννηθεί), ο συγγραφέας επιτρέπει στα μυθιστορηματικά προσωπεία των ιστορικών του προσώπων να ανασηκώσουν αποκαλυπτικά τον πέπλο της καλλιτεχνικής τους ταυτότητας. Η Βιέννη και η Πράγα του Μότσαρτ αγκαλιάζουν τη Βενετία και την Αγία Μαύρα του Σολωμού, συναιρώντας το τοπικό, το εθνικό και το ευρωπαϊκό σε μιαν οργανική ενότητα: ενότητα τεχνών (ο μουσικός εναγκαλίζεται τον ποιητή και ο ποιητής τιμά τον μουσικό) και πολιτισμών (η Δύση θα απευθύνει νεύμα στην Ανατολή και η Ανατολή θα αναζητήσει τα φώτα της παιδείας της στη Δύση).

Με τους Αθώους και φταίχτες (2004), η Δούκα στρέφει την προσοχή της σε θέματα εθνικής και φυλετικής συνείδησης. Μέσα από τον λόγο της περιπλάνησης του μουσουλμανικής καταγωγής Αρίφ Καούρη στα σύγχρονα Χανιά, η Δούκα ζωντανεύει την εποχή της συμβίωσης Ελλήνων και Τούρκων στη μεγαλόνησο, καθώς και τις βίαιες αντιθέσεις που είχαν ως αποτέλεσμα τον πλήρη διαχωρισμό τους. Ο Αρίφ, που ζει και εργάζεται στο Λονδίνο, φτάνει στα Χανιά με μια δημοσιογραφική αποστολή: να εντοπίσει τα μουσουλμανικά μνημεία της Κρήτης (η ανάδυση του τοπικού), τα οποία έχει περίπου εξαφανίσει ο νεότερος ελληνικός πολιτισμός προκειμένου να τα εντάξει στο ευρύτερο μεσογειακό τους περιβάλλον (το κοσμοπολιτικό υπερκείμενο).

Ο Αρίφ, ωστόσο, αρχίζει να περιδιαβαίνει με πάθος τα Χανιά, αναζητώντας τα σβησμένα ίχνη των τουρκοκρητικών του προγόνων. Και κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να ανακτήσει βήμα προς βήμα την πορεία που οδήγησε και στη δική του ταυτότητα – στην ταυτότητα ενός κοσμοπολίτη ο οποίος περνώντας στο κρίσιμο στάδιο της μέσης ηλικίας προσπαθεί να επικοινωνήσει με ό,τι από το παρελθόν διαισθάνεται πως τον έχει σημαδέψει αναπότρεπτα. Η Δούκα θα απομακρυνθεί, όπως η Γαλανάκη και ο Πανσέληνος, από την οποιαδήποτε εθνική και φυλετική βεβαιότητα. Ο,τι ενώνει τις τύχες ελλήνων και ξένων πρωταγωνιστών στους Αθώους και φταίχτες είναι η πικρά κερδισμένη μνήμη τους – μια μνήμη που τους βοηθάει να εννοήσουν καλύτερα, απαλλαγμένοι κατά το μέτρο του δυνατού από ιδεολογικές διόπτρες, το εγώ τους και τον ιστορικό κόσμο από τον οποίο έχει προέλθει.

(*) Ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου είναι κριτικός λογοτεχνίας στην εφημερίδα Το Βήμα της Κυριακής