Αυτό το Πάσχα θα είναι ένα διαφορετικό πέρασμα. Μια διαφορετική διάβαση από τη δουλεία στην ελευθερία (εβραϊκό), μια διαφορετική διάβαση από τον θάνατο στη ζωή (χριστιανικό). Στη μετανεωτερική κοινωνία μας η πανδημία αναμοχλεύει μνήμες αρχαϊκές, μεσαιωνικές, προπολεμικές, μνήμες μαζικών θανάτων και ραγδαίων ανακατατάξεων.
Το μόνο σίγουρο όταν τελειώσει η τρέχουσα δυστοπία του Covid-19, ο παγκόσμιος εφιάλτης που βλέπουμε όλοι μαζί σε ζωντανό χρόνο, δεν θα είμαστε ίδιοι. Θα είμαστε χειρότεροι ή καλύτεροι; Αμετάβλητοι πάντως δεν θα είμαστε. Τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Καθώς μετά την ανεξέλεγκτη υγειονομική καμπύλη, ακολουθεί η οικονομική και κοινωνική.

Οσοι θα είμαστε…
Σε αυτό το ψυχικό, πολιτισμικό και κοινωνικό όριο που όλος ο πλανήτης βιώνει με κομμένη την ανάσα ζητήσαμε από πέντε συγγραφείς να μας αποτυπώσουν το δικό τους έγκλειστο Πάσχα, αλλά και τη δική τους εσωτερική Ανάσταση.
Ο Θοδωρής Γκόνης, ο Νίκος Δαββέτας, ο Μιχάλης Μακρόπουλος, η Βασιλική Πέτσα και η Κωνστάντια Σωτηρίου στέκονται σ’ ένα μεταίχμιο: από τη μια πλευρά ο αυτοπεριορισμός, η αυτοπαρατήρηση, η αναστολή υπέρ της ζωής οικείων και ξένων, από την άλλη το γλυκύ έαρ, η νοσταλγία της συνάθροισης, η κατάνυξη του μέλλοντος.
Πέντε ιστορίες γραμμένες με στωικότητα, χιούμορ, πίστη, ελπίδα και αγάπη για ένα αλλόκοτο, αν μη τι άλλο, Πάσχα.
Η πεταλούδα της λάμπας

Του Θοδωρή Γκόνη
Με τους δικούς μου έχουμε ταιριάξει ένα σινιάλο, ένα σφύριγμα, ένα σημάδι για τις γιορτές και τις μεγάλες μέρες, για να γνωριζόμαστε ό,τι κι αν συμβαίνει, όπου κι αν βρισκόμαστε. Είτε στο μέσα μέρος τ’ ουρανού, είτε στο έξω. Είναι το οικογενειακό μας μυστικό. Το βράδυ της Ανάστασης τους ακούω που φτάνουν πάντα βιαστικοί, ξέρω πως δεν έχουν πολύ χρόνο -πρέπει να ξαναφύγουν πριν ξημερώσει- έρχονται πάντα απ’ τους γιατρούς, από τα φάρμακα και τα νοσοκομεία, μήνες ολόκληρους και χρόνια στα σκαλοπάτια τους, στα ράντζα, στα κρεβάτια, στους διαδρόμους και τα χειρουργεία.
Ερχονται, τα έχουν όλα αυτά βαθιά, πολύ βαθιά κρυμμένα, δεν ξέρουν πως μεγάλωσα και πως γνωρίζω, τίποτα επάνω τους δεν προδίδει τις σιδερένιες πόρτες που έκλεισαν με πάταγο πίσω τους και μπροστά τους, φτάνουν με το γέλιο, με το δάκρυ αγκαλιά και τραγουδώντας το τραγούδι της Ανάστασης, ψιθυριστά, γλυκά, εγκάρδια και θερμά και κουβαλάνε χωρίς χέρια, δυο κάμπους, τους καρπούς τους και όλα τα άνθη τους, και τις λαμπάδες τις λευκές και τις γαλάζιες και περιμένουν από μένα τη φωτιά να ανάψουνε τη φλόγα τους, τα χείλη τους, κι αρχίζουν να μου μιλούν, να με γλυκορωτούν κι όλο κοιτάζουνε την πεταλούδα στο γυαλί της λάμπας, να δουν τον χρόνο που τους απομένει.
Βγάζω τα κόκκινα αυγά, τα κουλουράκια από τη μαξιλαροθήκη που κρέμεται απ΄ την οροφή, να μην τα φτάνω πριν έρθει η Λαμπρή, τα φέρνω στο τραπέζι, κόβω ψωμί απ΄ το καρβέλι που μοιραστήκαμε με τον ποντικό, κρέας ζεστό απ’ το αρνάκι μας που μεγαλώναμε μες στις δροσιές και τα τσαΐρια, βγάζω κρασί και στέκονται και με κοιτούν κι όλο ρωτούν για τις βροχές, τα χιόνια, τον καιρό, τον πετεινό αν είναι ακόμα στην αυλή και αν λαλεί τις ώρες τις σωστές, πού είναι πού πήγαν, πού πήγαμε όλοι εμείς οι άνθρωποι κι είμαι μονάχος μου μια τέτοια μέρα και δεν αγγίζουν τίποτα, μόνο κάποια στιγμή παίρνουν το κόκκινο τ’ αυγό και μου ζητούν να το τσουγκρίσουμε και μου βάζουν στο χέρι εκείνο το παλιό το παιδικό το ξύλινο αυγό που μου είχαν φτιάξει ολόιδιο με αληθινό, κατακόκκινο, για να κερδίζω πάντα, να μη χάνω.
Κάθονται τώρα ραγισμένοι εκεί απέναντί μου και με βλέπουνε και δεν μπορούν να με αγκαλιάσουν, μα ούτε κι εγώ, κι ούτε να προσπαθήσω πια επιτρέπεται όπως έκανε τρεις φορές με τη σκιά της μάνας του ένας παλιός μας πρόγονος όταν κατέβηκε στον Αδη να μάθει για τη μοίρα του και για τον γυρισμό του.
Τελευταίο βιβλίο του Θ. Γκόνη είναι το βιβλιο-λεύκωμα «Εθνικός κήπος» (Αγρα, 2019).
Το κοπάδι

Του Νίκου Δαββέτα
Καθαρή διάφανη μέρα κατά πώς τη θέλει ο ποιητής -πέρσι τέτοιο καιρό-, ταξιδεύω προς τη Θεσσαλονίκη με την πρωινή αμαξοστοιχία. Ξάφνου το τρένο, για άγνωστο λόγο, σταματά στη μέση του πουθενά. Σηκώνομαι από το κάθισμα για να ξεμουδιάσω. Αφηρημένος κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Ο θεσσαλικός κάμπος καταπράσινος κυμάτιζε ώς πέρα. Στο βάθος ασήμιζε επιβλητικός ο ορεινός όγκος του Κίσσαβου. Θυμήθηκα ευτυχισμένα καλοκαίρια στη σκιά του, παιχνίδια στα δέντρα, στα νερά, φίλους που χάσαμε για πάντα και δεν θα ξαναβρούμε στην Αγιά, στη Σκήτη, στο Μεταξοχώρι…
Στα δέκα μέτρα, περίπου, από το βαγόνι ακινητούσαν δύο πρόβατα λες και τα είχε καρφιτσώσει στο πλάνο το χέρι ενός σκηνογράφου ή μακετίστα. Κάτι σαν διαφημιστικό παραγωγής ομογενοποιημένου γάλακτος ξετυλιγόταν μπροστά στα μάτια μου, όσο περνούσε η ώρα.
Ομολογώ πως άργησα να εντοπίσω τα υπόλοιπα πρόβατα. Μόνο όταν εμφανίστηκε στον παράπλευρο με τις σιδηροδρομικές γραμμές χωματόδρομο ένα τριαξονικό φορτηγό, σηκώνοντας σκόνη σαν πούδρα λευκή, πρόσεξα ότι στις πλάτες μιας φαρδιάς ξερολιθιάς είχε φωλιάσει το κοπάδι. Μια αδιαχώριστη μάζα που αργοσάλευε αφήνοντας έναν πρωτόγνωρο για τα αυτιά μου ήχο. «Ω τα κούτσικα, μυρίστηκαν το πασχαλινό μαχαίρι» είπε σαν ειδήμων ο ηλικιωμένος συνταξιδιώτης που στεκόταν δίπλα μου αγναντεύοντας κι αυτός το απέριττο τοπίο. Πριν τον καλοκοιτάξω χάθηκε στον συνωστισμό του διαδρόμου.
Ιδιο μήνα φέτος, έγκλειστος στο διαμέρισμά μου, προσπαθώ να μαγειρέψω ακολουθώντας μία από τις πολυάριθμες συνταγές που έχουν ανεβάσει στο διαδίκτυο γνωστοί σεφ. «Αρνάκι στη γάστρα». «Πειραγμένο, με κινόα και δενδρολίβανο» διευκρινίζει η συνταγή δημιουργώντας μεγαλύτερες απορίες. Παράλληλα παρακολουθώ από τη φορητή τηλεόραση το πρωινό δελτίο της ΕΡΤ.
Η γλυκιά παρουσιάστρια μουτρώνει σμίγοντας τα φρύδια της για να μας μεταφέρει τα νέα της Ιταλίας. Αυτές τις μέρες τα νέα είναι όλο και χειρότερα, αλλά εμείς τα παρακολουθούμε για να νιώσουμε καλύτερα! Οι απώλειές τους περιέργως μας παρηγορούν. Αίφνης ο τηλεοπτικός φακός «ζουμάρει» στην ταράτσα ενός πολυώροφου κτιρίου στο Μπέργκαμο.
Ο Ιταλός σχολιαστής σιωπά. Δίπλα στο τσιμεντένιο στηθαίο συνωστίζεται μια μάζα ανθρώπων –οικογένεια, φίλοι, συγκάτοικοι; Ποιος ξέρει… Σφιχταγκαλιασμένοι, παρακολουθούν αμίλητοι το πέρασμα των στρατιωτικών φορτηγών από τους δρόμους της πόλης, που μεταφέρουν τα πτώματα των συμπολιτών τους -όσων έχασαν τη μάχη με τον ιό- στο αποτεφρωτήριο της γειτονικής κωμόπολης. Ακούγεται μόνον ο ήχος των τροχοφόρων και η κοφτή ανάσα του καμεραμάν. Πού και πού ένας λυγμός υψώνεται προς τον ουράνιο θόλο σαν να θέλει να φτάσει πέρα από αυτόν. «Ω τα κούτσικα, μυρίστηκαν το πασχαλινό μαχαίρι» άκουσα τον άγνωστο συνταξιδιώτη μου να ψιθυρίζει, γύρισα ασυναίσθητα προς τα πίσω. Κανείς, παρά ένα δαχτυλίδι δύσοσμου καπνού. Μύριζε καμένο αρνί.
Τελευταίο βιβλίο του Ν. Δαββέτα είναι η επανέκδοση του μυθιστορήματός του «Η Εβραία νύφη» (Πατάκης, 2019).
Αναστάσιμη πλήξη

Του Μιχάλη Μακρόπουλου
«Πώς είναι η κυρα-Νίκη;»
«Το μεσημέρι, που μίλησα με την Ιωάννα, μου ’πε ότι οι γιατροί δεν ήξεραν να της πουν – ή δεν ήθελαν».
Στην τηλεόραση ο Χριστός ζούσε επιδερμικά το θεανθρώπινο δράμα στην εικονογράφησή του από τον Τζεφιρέλι. Τους συντρόφευε κάθε χρόνο στην πληκτική τους αναμονή ώσπου να πάει έντεκα και ν’ αρχίσουν να ντύνονται. Υστερα, κει που ήταν βυθισμένοι στην απραγία και τη νύστα, ξάφνου τους κυρίευε μια σπασμωδική φούρια. Επρεπε να ετοιμάσουν τα παιδιά, να ετοιμαστούν οι ίδιοι. Θυμόνταν ότι πάλι είχαν λησμονήσει να πάρουν κύπελλα, για να μην τους στάξουν οι λαμπάδες στα χέρια και να μη σβήσουν. Η Λένα είχε αποφασίσει τι θα βάλει, όμως άλλαζε γνώμη και ξαφνικά δεν ήξερε τι να φορέσει. Ο Παύλος ξεχνιόταν μ’ ένα παιχνίδι κει που έβαζε τα παπούτσια του και τριγυρνούσε με το ένα πόδι ξυπόλητο. Ο μεγάλος του αδερφός ο Πέτρος γκρίνιαζε που θα πήγαιναν από τόσο νωρίς στην εκκλησία, κι η μόνη του κρυφή παρηγοριά ήταν τα βαρελότα που ’χε στην τσέπη.
Κι ας μην πήγαιναν φέτος στην Ανάσταση, είχαν αποφασίσει να περιμένουν όπως κάθε χρόνο να πάει δώδεκα για να πουν το «Χριστός Ανέστη»· όμως τώρα μια αληθινή αγωνία είχε αντικαταστήσει τη συμβολική της Μεγάλης Εβδομάδας. Στη Λένα άρεσε μέχρι πέρσι να χαζοκοιτάζει τη σειρά του Τζεφιρέλι· ήταν μια ανώδυνη συντροφιά στην πλήξη του Μεγάλου Σάββατου, αλλά βλέποντάς την τώρα άρχισε ξαφνικά να νευριάζει με τον γαλανομάτη Ιησού, με τη Μαρία Μαγδαληνή της Αν Μπάνκροφτ, με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή του Μάικλ Γιορκ, με την Παναγία της Ολίβια Χάσεϊ.
Ολα τής φαίνονταν παιδιάστικα, ψεύτικα.
«Δεν είναι ο Χριστός αυτός. Δεν είναι η ζωή του» είπε στον Αντώνη.
«Φυσικά δεν είναι» της είπε κείνος. «Είναι μια ταινία».
«Ναι, αλλά θα μπορούσε στην ταινία να ’ναι μ’ έναν τρόπο ο Χριστός, κι ας μην του έμοιαζε. Και να ’ναι η ζωή του, κι ας μην υπήρχε τίποτε απ’ όσα λένε τα ευαγγέλια».
«Τι θες να πεις;»
«Δεν ξέρω. Ασε με».
«Ανησυχείς για τη μητέρα σου. Είναι γερό σκαρί η κυρα-Νίκη. Θα τα καταφέρει, θα δεις».
Ηταν η ώρα που θα ετοιμάζονταν κανονικά για να πάνε στην εκκλησία και τα δύο αγόρια σαν να δρασκέλισαν ξαφνικά το όριο της υπομονής τους κι άρχισαν να καβγαδίζουν.
«Καθίστε ήσυχα», τα πρόσταξε ο πατέρας τους, και στη Λένα: «Ας φάνε κι ας πάνε στα κρεβάτια τους. Δεν πειράζει».
«Οχι, δεν πειράζει».
Τα αγόρια έφαγαν και κλείστηκε το καθένα στην κάμαρά του. Τώρα ήταν οι δυο τους. Ο Χριστός του Ρόμπερτ Πάουελ ανέβαινε τον Γολγοθά φορτωμένος τον σταυρό και η Λένα είπε:
«Να τη σβήσω;»
«Σβήσ’ την».
Επειτα κάθισαν αμίλητοι για λίγο κι ο Αντώνης άπλωσε το χέρι του κι έπιασε το δικό της πάνω στο τραπέζι. Η Λένα το ’χε στρώσει μ’ ένα φρεσκοπλυμένο λευκό τραπεζομάντιλο, αλλά τώρα τα αγόρια το ’χαν γεμίσει ψίχουλα και λαδιές. Είχε πάει παρά πέντε και στις δώδεκα τον φίλησε και του ’πε «Χριστός Ανέστη, Αντώνη».
«Θα δεις», της είπε, «όλα θα πάνε καλά».
«Να βάλω να φάμε;»
Εβαλε φαγητό σε δυο πιάτα κι αυτός κόκκινο κρασί σε δυο ποτήρια. Ομως δεν είχαν φάει καλά καλά την πρώτη μπουκιά και χτύπησε το κινητό της.
«Η Ιωάννα» είπε η Λένα.
«Θα θέλει να μας ευχηθεί».
«Χριστός Ανέστη, Ιωάννα» είπε στην αδελφή της.
Μα εκείνη δεν ευχήθηκε, μονάχα έκλαιγε.
Τελευταίο βιβλίο του Μ. Μακρόπουλου είναι η νουβέλα «Το μαύρο νερό» (Κίχλη, 2019)
Πάσχα φέτος σημαίνει κατώφλι

Της Βασιλικής Πέτσα
«Δηλαδή δεν θα έρθεις φέτος πάνω;» Στεκόταν με τις πιζάμες και τις πλαστικές του σαγιονάρες μέσα στο σπίτι, εγώ στον διάδρομο: ο μπαμπάς, που ήρθε να περιμαζέψει τη μαμά-ευπαθή, ως προς την αρρωστοφοβία πρωτίστως, ομάδα, για να τη μεταφέρει εντός των ασφαλών, περίκλειστων ορίων της θεσσαλικής επικράτειας.
Η παύση του διήρκεσε λίγο περισσότερο από ό,τι προβλέπεται για τις ρητορικές ερωτήσεις. Πρόλαβα μονάχα να τον κατακεραυνώσω με ένα βλέμμα ειρωνικό· στο μεταξύ η ανιψιά μου είχε προλάβει να τον δαγκώσει στο πόδι κι εκείνος πετάχτηκε πονεμένος. Γελούσε τώρα η ανιψιά μου. Περιφερόταν ανάμεσα στα πόδια της μαμάς, του μπαμπά, της αδερφής μου και με κοιτούσε πονηρά, κερδίζοντας ολοένα κάποιον πόντο προς την είσοδο, μικραίνοντας τη μεταξύ μας απόσταση, σαν υπόσχεση πως όταν -σε λίγο- εμείς και πάλι, και η οικειότητα εδώ.
Η αδερφή μου τη μάλωνε, «ο κορονοϊός», της έλεγε απειλητικά, «ο κορονοϊός» επαναλάμβανε κι εκείνη με πειθαρχημένη παραίτηση, κι έπειτα από ένα λεπτό ξανάκανε το παραπάνω, δικό της και δικό μας, βήμα. Μου έφεραν να δω και το μωρό – σαν να είχε μακρύνει πολύ, έτσι μου φάνηκε, και με κοιτούσε με τα διάπλατα από απορία κι έκπληξη μάτια του, που σου υπενθυμίζουν, λίγο άοπλος από το τετριμμένο να βρεθείς, την ακατάλυτη αινιγματικότητα του κόσμου. Στο άνοιγμα της πόρτας σακούλες με τρόφιμα από τον κήπο ή έμπιστους προμηθευτές, καλογερικών προδιαγραφών: λαχανικά και ψάρια, για ένα Πάσχα πιο ολιγαρκές, νηστίσιμο, χαράς με το κουπόνι. Φέτος πέθανε και η Κίρα, το καλό μας σκυλάκι. Θα λείπει κι εκείνη από τον κήπο μας.
«Εχω φτιάξει τραχανά και μου περισσεύει ένα πιάτο. Θα στο δώσω, άμα θες, στην πόρτα». Κατέβηκα δύο ορόφους με τις παντόφλες, στο χέρι ένα βαθύ μπολ σχεδόν ξέχειλο. Ετεινα τη σούπα προς το μέρος του, γεφυρώνοντας το χάσμα της ανοιχτής πόρτας.
Ο γείτονας του πρώτου ορόφου, γνωστός τυχαίου γνωστού, έχει γίνει πια η σχεδόν καθημερινή μου συναναστροφή. Τον περιμένω στην είσοδο της πολυκατοικίας και περπατάμε όλη την Αθήνα, διατηρώντας πάντοτε το ενάμισι μέτρο απόσταση: πάρκα, λεωφόρους, πεζοδρόμους, ήσυχες πια, κι όσες πριν δεν ήταν, γειτονιές. Είναι όμορφο να κάνεις καινούργιους φίλους, είναι σαν να φοράς καινούργια γυαλιά για να δεις τον κόσμο, σκέφτομαι καμιά φορά καθώς περπατάμε.
Εκείνος είναι μηχανικός με διδακτορικό και σκέφτεται πρακτικά και τετράγωνα, αντικειμενικές συνθήκες πρώτα κι έπειτα η σχετικότητα απέναντι στα πράγματα και η ψυχανάλυση στους ανθρώπους, δεν σκάβει όταν οι απαντήσεις αναδύονται από μόνες τους, δεν χάνει χρόνο με περιττά ερωτηματικά. Γελάει που βλέπω παντού «ταξικούς εχθρούς»: θα σκέφτεται σίγουρα ότι από μια άποψη κι εκείνος είναι, και ας απελευθέρωσε το ταχύτατο ίντερνέτ του για να εξυπηρετήσει τη γειτονιά, και θα ξέρει επίσης ότι το καταλαβαίνω, και ότι αν επιμένω στην αγωνιστική οικογενειακή του ιστορία, που τον βάζω να μου την αφηγείται ακούγοντάς τον με κρυφό δέος, δεν είναι για να βρω ελαφρυντικά ή κάποια κοινή αναφορά.
Αφού να ’μαστε: κοινωνοί της ίδιας ανάγκης για κοινωνικότητα και ίσοι τουλάχιστον απέναντι στον φόβο. Φέτος θα γιορτάσουμε μαζί το Πάσχα, ο καθένας στο σπίτι του και μαζί, για μιάμιση αθλητική ώρα, στους δρόμους.
Τελευταίο βιβλίο της Β. Πέτσα είναι το μυθιστόρημα «Το δέντρο της υπακοής» (Πόλις, 2018)
Αυγά στην ποδιά της μαμάς

Της Κωσταντίνας Σωτηρίου
Μέχρι τις ενιά το πρωί θα έπρεπε να ήταν βαμμένα, τελειωμένα, μας έλεγες τα αυγά. «Γιατί, βρε μαμά;». Και αργότερα: «Γιατί, βρε γιαγιά;». Επειδή εκείνη η γυναίκα που ήθελε το θαύμα να πιστέψει που αναστήθηκε ο Χριστός, εκείνη που κρατούσε στην ποδιά της τα αυγά και κοκκίνισαν, όλα αυτά τα έκανε το πρωί. «Πρωί αξημέρωτα»; της γκρίνιαζα. Πρωί πρωί, αξημέρωτα. Ηθελε κι εκείνη να τελειώσει τις δουλειές της να καθαρίσει την κουζίνα της να πιει με ησυχία τον καφέ της.
Και η γυναίκα του θαύματος και η μαμά. Ξυπνούσα κι εγώ στις 7 και μάζευα μαργαρίτες κίτρινες σε αγαπώ μας αγαπάς και μαργαρίτες άσπρες χαμομήλι χαμηλές και παπαρούνες κόκκινες να βάλουμε στα αυγά. Μάζευα και τσουκνίδες πράσινες που έχουν φύλλα με δοντάκια κι ας μου έτσουζαν τα χέρια να βγει ωραία το σχήμα στα αυγά. Θέλει φύλλα με όμορφα σχήματα να τα βγάλουμε όμορφα τα αυγά. Να τα τυλίξουμε τα φύλλα στα αυγά με τούλι, κλωστή κόκκινη και τα βουτήξουμε στην κόκκινη μπογιά. Μόνο κόκκινη μπογιά, μαμά; Μόνο κόκκινη μπογιά. Μόνο κόκκινη μπογιά, γιαγιά; Ας δοκιμάσουμε φέτος και την κίτρινη μπογιά. Και τα αυγά που σπάσανε στο βράσιμο, μαμά; Μπορούμε να φάμε τα σπασμένα αυγά γιαγιά; Καθίστε εσείς στον ήλιο, φτιάχνω καφέ και φέρνω καθαρισμένα τα αυγά.
Δεν πειράζει που είναι Μεγάλη Πέμπτη, μαμά; Τρώμε αυγά Μεγάλη Πέμπτη, γιαγιά; Κανέναν δεν πειράζει να φάμε τα αυγά. Ο Χριστός δεν κρατάει κακία για αυτά. Λάβατε φάγετε, τα σπασμένα αυγά στην ποδιά της μαμάς. Λάβετε, πάρετε, φάγετε. Η μαμά. Η γιαγιά. Στο τέλος τα περνούσαμε με λάδι τα αυγά, τα βάζαμε σε καλαθάκι να τσουγκρίσουμε το Σάββατο τα αυγά. Θα με αφήσεις να νικήσω, μαμά; Θα με αφήσεις να νικήσω, γιαγιά; Λάβετε, πάρετε, φάγετε. Εσείς, για σας.
Κάθε Πέμπτη της ζωής μου να μαζεύω μαργαρίτες για τα αυγά. Κίτρινα, κόκκινα, πράσινα χόρτα στην ποδιά της μαμάς. Και ήταν το πρώτο που σκέφτηκα μαμά, ήταν το πρώτο που φοβήθηκα μαμά. Τις Μεγάλες Πέμπτες της ζωής χωρίς μαργαρίτες και τούλια και κόκκινες κλωστές, μαμά. Τη φοβόμουν πολύ αυτή τη μέρα, μαμά. Και ύστερα ήρθαν όλα, γύρισε ανάποδα ο κόσμος και κλείστηκε το χάος στο σπίτι, μαμά. Πένθος εκτός, πένθος εντός. Πένθος παντού, μαμά.
Δεν θα στολίσουμε φέτος αυγά με τη γιαγιά; Δεν θα κοκκινίσουν τα αυγά; Πάσχα στο σπίτι φέτος, μαμά. Δεν μπορούμε να βγούμε έξω ξανά. Και κάπου αυτός ο εγκλεισμός με γεμίζει σχεδόν ανακούφιση πια. Επειδή δεν έχουμε σπίτι, μαμά. Δεν θα κάνουμε Πάσχα εμείς στο σπίτι, μαμά. Δεν είναι σπίτι χωρίς εσένα, μαμά. Δεν έχουμε σπίτι για Πάσχα, μαμά.
Τελευταίο βιβλίο της Κ. Σωτηρίου είναι η νουβέλα «Πικρία χώρα» (Πατάκης, 2019).
