ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαρία Στασινοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Στάθης Ιντζές, γεννημένος στη Λάρισα το 1986, εκτός της συγγραφικής και μεταφραστικής του ιδιότητας, είναι γνωστός και από τις Εκδόσεις Ενύπνιο, τις οποίες διευθύνει, όπως και από τον ενεργό ρόλο του στις Εκδόσεις Θράκα. Από το 2011 που έβγαλε την πρώτη ποιητική του συλλογή Συνωμοσία ταυτοχρονισμού, έχει εκδώσει ακόμη δύο βιβλία ποίησης, το Σεληνάκατος (2013) και Gadium (2017)∙ τη νουβέλα Οι τελευταίοι φανατικοί της στρωματσάδας (2014) και τα μυθιστορήματα Κάτω η σκουριά (εκτός εμπορίου 2013) και Οι ανειδίκευτοι δεν βγάζουν κιχ (2017).

Στην καινούργια συλλογή διηγημάτων του μικρής έκτασης, των καθιερωμένων πια μπονζάι, ιστορίες τις χαρακτηρίζει ο ίδιος, με λόγο ακαριαίο, ο Ιντζές κινείται άνετα ανάμεσα στο ρεαλιστικό διήγημα και την ηθογραφία, με αέρα υπερρεαλισμού και αρκετές δόσεις μαγικού ρεαλισμού και παραμυθικής μαγείας.

Κάπου πιο πέρα παραφυλάει ο συμβολισμός. Η πραγματικότητα εφιάλτης, το όνειρο πραγματικότητα. Ιστορίες του χωριού που λέγονται στο παραγώνι, μπροστά στη φωτιά, και που ίσως ο αφηγητής είχε ακούσει παιδί∙ «οράματα και θάματα» που δρουν προβλεπτικά για το μέλλον∙ παλιά πέτρινα αρχοντικά εγκαταλελειμμένα και στοιχειωμένα∙ παραλίες και δάση που μυρίζουν θάνατο.

Στη γραφή του διεμβολίζονται αρχέγονες δοξασίες για τερατόμορφες παρουσίες και ανθρωποφαγικά ένστικτα, όπως τα διασώζουν ο μύθος, ο θρύλος και η παράδοση. Ακόμη και οι πεθαμένοι αφηγούνται. Τα σκληρά ήθη της επαρχίας, η κακεντρέχεια και η οργή στην ανταπόδοση του κακού. «Το χωράφι του Καλπάκη ήταν άκαρπο», στην ιστορία «Ο καλλιεργητής», βρήκε τον τρόπο ο ιδιοκτήτης να κάνει και τα χωράφια των άλλων ίδια, για να μη διαφέρει.

Ο Στάθης Ιντζές αναδιφεί στη βιωμένη μνήμη χωρίς νοσταλγική αναπόληση. Προβάλλει το ανοίκειο με τη βεβαιότητα του γνωστού. Ιστορίες όπως οι «Παιδικές αμαρτίες», με την αφοπλιστική λιτότητα και το δραματικό τους βάθος, και η ομώνυμη με τον τίτλο «Μήνα» είναι υποδειγματικά μικροδιηγήματα. Η Μήνα, το αλλόκοτα όμορφο πλάσμα, που δεν είναι ούτε πάπια ούτε χήνα και έχει ράμφος μυτερό σαν σταυρωτό κατσαβίδι, δίνει, με έναν ιδιότυπα συμβολικό τρόπο, τη διάσταση ανάμεσα στη φύση και την αφύσικη συμπεριφορά.

Από τη μια ο κάτοικος της πόλης, επισκέπτης παροδικός της υπαίθρου, που αδυνατεί να αντιληφθεί τη μοναξιά των χωρικών, και από την άλλη η Μήνα, που «ζει κλειδωμένη στην αποθήκη μιας γριάς στο τελευταίο χωριό ενός ψηλού βουνού», υποδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο η φύση «εκδικείται» το άστυ, τόσο για την αδιακρισία του όσο και για την αδιαφορία και την εγκατάλειψή της. Στο σημείο αυτό δεν θα πρέπει να αφήσουμε ασχολίαστο το εξαιρετικής ακρίβειας σχέδιο της Εύης Τσακνιά που κοσμεί το εξώφυλλο.

Στον «Λωτό» η ιστορική μνήμη από τα ταραγμένα χρόνια της γιαγιάς. Στο αφήγημα το «Χαρουκλό», με μια γοητευτική αντιστροφή της αφήγησης, ο αναγνώστης αναρωτιέται: Ποιος είναι τελικά σαλεμένος και αλλόκοτος, η Χαρίκλεια που τη φωνάζουν το Χαρουκλό, γιατί είναι αγαθιάρα, ή η Αθηναία νοικοκυρά και ο γιος της που αφήνουν την πόρτα ανοιχτή για να μπει ο πατέρας που χάθηκε με τη βάρκα του δέκα χρόνια πριν;

Σαν τον μικρό Αρθούρο, από το ομώνυμο διήγημα, που με τις ζωγραφιές του είχε ενθουσιάσει τη δασκάλα και είχε προκαλέσει τη ζήλια και την οργή των συμμαθητών του, ο Ιντζές ζωγραφίζει «με απαράμιλλη ζωντάνια» τους χαρακτήρες του.

Δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσει κανείς ότι μέσα από την παραβολή, το υπερφυσικό, το ανοίκειο και το παραμυθικό στοιχείο ο συγγραφέας ανιχνεύει τις ρίζες σύγχρονων βιοτικών συνθηκών και αναζητά όρους ενηλικίωσης και μύησης στη ζωή.