Τη Νομική ακολούθησαν σπουδές μουσικής και την ευρωπαϊκή καριέρα σολίστα η συγκριτολογική μελέτη μεσογειακών μουσικών παραδόσεων. Στο εντυπωσιακό βιογραφικό του Τηνιακού στην καταγωγή πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα μόλις προστέθηκε και η ανά χείρας συλλογή αφηγημάτων: μικρές ιστορίες και μικροδιηγήματα, λαογραφικά ενσταντανέ και ηθογραφικές εικόνες της τηνιακής καθημερινής ζωής του περασμένου αιώνα.
Το ανέκδοτο συνοδεύει τη μωρολογία και τη σκατολογία, η φάρσα τις ψευδολογικές διηγήσεις, όλα στο τηνιακό ιδίωμα, διανθισμένα με γαμοτράγουδα, λογοπαίγνια και καλαμπούρια, που αντλούν από την ανεξάντλητη παράδοση του λαϊκού γέλιου.
Πρωταγωνίστρια, η «θεία Ανεστασία», θεία του αφηγητή που φέρει το μικρό όνομα του συγγραφέα, ο οποίος, άλλοτε αυτόπτης μάρτυρας άλλοτε αυτήκοος αποδέκτης της αφήγησης, φιλτράρει με την οπτική (διαφορετικών ηλικιών) την αφήγηση.
Δίπλα στην καταλυτική προσωπικότητα της τσαούσας θείας, περιστρέφεται ένας ολόκληρος θίασος, κυρίως γυναικών, μιας περίκλειστης γειτονιάς της παλιάς Τήνου, όπου δεκάδες γεροντοκόρες, κλειδωμένες στα αρχοντόσπιτά τους, παραμένουν προσκολλημένες στις αξίες ενός κόσμου που έχει προ καιρού παρέλθει. Απέναντι στις αμετανόητες ψηλομύτες Καστρωμένες αρχόντισσες της Πάνω Βρύσης, οι κατώτερης στάθμης Κατωβρυσιώτισσες, και στα σύνορα των δύο κόσμων η Φεβρωνία και το δικό της «σαλό», χρήσιμο πολύ για τα «ξόμπλια» της γειτονιάς.
Επισκέψεις, οικογενειακές συγκεντρώσεις και κοινωνικές εκδηλώσεις προσφέρουν αμέτρητες αφορμές για κωμικοτραγικές καταστάσεις και ένα ατέλειωτο «λακρεντί» με θέμα τις «μπουμπές» της γειτονιάς, καθώς η περιέργεια των εσωκλείστων γίνεται μανία. Ολες τους διαθέτουν ένα απύλωτο στόμα σαν της Στρατής της Μπισούναινας που τη φωνάζανε και «Βαριοπούλα» και που το στόμα της το φοβόνταν «ακόμα και οι πέτρες οι σοβαντισμένες».
Ετσι μαθαίνουμε την ιστορία της Μαντάμ Ανζέλ και των κοριτσιών της («Το Π’ταναριό»), γνωρίζουμε την Πηνελιώ που μιλούσε μόνο με παροιμίες, τις Κρασούδες που πάντα είχαν κρυμμένο ένα μπουκάλι κρασί, την υπηρέτρια Αρχοντία και τη «μαέστρα και αλαφροχέρα στις εκτρώσεις» Μαρσώ, τα μαϊτζέβελα της οποίας είχαν ξαποστείλει απ’ τα νιάτα της «μι’ ακόμα Απάνω και μι’ ακόμα Κάτω Βρύση».
Φυσικά, το βιβλίο είναι γεμάτο λαογραφικές λεπτομέρειες και οξυδερκείς παρατηρήσεις (για την ταξική διαστρωμάτωση, τις αντιπαλότητες με τα γειτονικά νησιά κ.ά.) και στο βάθος, ο απόηχος της Μεγάλης Ιστορίας, αθύρματα της οποίας αποτελούν πολλοί από τους χαρακτήρες που το διασχίζουν (η ιστορία της Μαριόγκας στο ομότιτλο αφήγημα αποτελεί συμπύκνωση ενός οικογενειακού σάγκα).
Τον τόνο, ωστόσο, δίνει το εισαγωγικό αφήγημα με τις δημόσιες «χειροπρακτικές επιδόσεις» του πρωταγωνιστή. Το φαγητό και το ποτό, η αφόδευση («Ο Κωλοπερυχιμός») και άλλες εκκρίσεις του σώματος (φτέρνισμα, ούρηση: ο «βαρυτονικός ήχος» της οποίας μπορεί να αποκαλύψει στην ασκημένη ακοή της θείας «αν είναι δουλεμένο»!), η συνουσία και η εγκυμοσύνη προσφέρουν άφθονες αφορμές για διακωμώδηση.
Και γνωρίζουμε τη σημασία των πράξεων αυτών που εκτελούνται στα όρια του σώματος και του εξωτερικού κόσμου, πράξεις όπου η αρχή και το τέλος της ζωής συναντιούνται και συνυφαίνονται, όπως θα έλεγε ο Μπαχτίν. Μόνο τυχαία δεν είναι η εκτενής περιγραφή του έξαλλου τηνιακού Καρναβαλιού στο αφήγημα «Τα κουκουγέρατα» (σσ 179-195), που αρχίζει ως εξής: «Ωστόσο, όποιος νόμιζε πως το μεγαλύτερο πανηγύρι του νησιού ήταν το Δεκαπενταύγουστο δε θα ‘χε, φαίνεται, λάχει στα μασκαράτα την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς!».
Ηθογραφία, λοιπόν, με αυτοβιογραφικό υπόβαθρο, και ένας συγγραφέας που με φωτογραφική και, κυρίως, φωνογραφική πιστότητα διεισδύει στη λογική του τόπου και των ανθρώπων του. Ωστόσο, η μόνιμα εστιασμένη στους φορείς του λόγου αφήγηση και η ψυχογραφική εσωτερικότητα υψώνουν καλλιτεχνικά και συχνά με μοντέρνο τρόπο πολλά από τα αφηγήματα, με κορυφαίο ανάμεσά τους, νομίζω, το ερωτικό, σχεδόν φρικιαστικό, όνειρο της ανέραστης θείας στο αφήγημα «Τα χάδια».
Οσο για το τηνιακό ιδίωμα, είτε πρόκειται για πιστή αντιγραφή είτε για υπερβολική εκδοχή του, παραμένει αφηγηματικά αιτιολογημένο. Προφανώς απαραίτητο το εκτενές «Γλωσσάριο» που συνοδεύει το βιβλίο. Επέλεξα και προτείνω τον τρόπο ανάγνωσης που ακολούθησε ο Ξενόπουλος για τον Κρυστάλλη. Διαβάζεις προσπερνώντας δυσερμήνευτες ιδιωματικές λέξεις και συμβουλεύεσαι το γλωσσάριο μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητο.
